Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Deja vu

Εξώφυλλο της Εφημερίδας Εθνικό Εγερτήριο του ΕΑΜ Λασηθίου. Η ημερομηνία είναι 16 Δεκεμβρίου 1944.
Επειδή ενδέχεται μετά από καμιά 60 χρόνια τα εγγόνια μας να αναρτούν στο διαγαλαξιακό διαδίκτυο  αντίστοιχα σημερινά δημοσιεύματα εις μνήμην μας, ανασκουμπωθείτε.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Τα όπλα μου παρουσιάζω


"Στον αρχηγό του Ελληνικού ΛαΪκού Απελκευθερωτικού Στρατού τα όπλα παρουσιάσατε!"
Μ’ αυτά τα λόγια ο καπετάν Νικηφόρος υποδέχτηκε τον Αρη στην απελευθερωμένη από τον λαϊκό στρατό ιδιαίτερη του πατρίδα. 

Ολες οι παραδόσεις γραπτές και προφορικές αναφέρουν ότι ο αρχηγός εκείνη την ώρα δάκρυσε.(*)

Τα όπλα λοιπόν παρουσιάστε.  Τα όπλα. Τα όπλα αυτά με τα οποία νικήσατε στη μάχη της σοδειάς στον κάμπο, ελευθερώσατε την Καλλιθέα, την Καισαριανή. Τα κλεμμένα από τον εχθρό ντουφέκια.  Αυτά παρουσιάστε στον εμπνευστή, στον στρατηλάτη,  στον οραματιστή.

Σ’ αυτόν που ξεκίνησε μ΄ένα ψέμμα, μια σημαία κι 6-7 συντρόφους. Και ηγήθηκε ενός μεγάλου έπους,.
Αν εκτιμώ κάτι στον Αρη, αν με έλκει κάτι στην προσωπικότητά του, είναι αυτή η εμμονή στο όραμα.  Εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μιζέριες και ψείρες., δυσκολίες, το ανέφικτο αυτός είδε το εφικτό. Είδε ότι το πρόβλημα έχει λύση.  Κι αφού έχει λύση θα το λύσουμε.

Ξέρω το θέλετε να με βάλετε στον πειρασμό να πιάσω τα χιλιοειπωμένα περί ήττας, περί προδοσιών, περί λαθών,.   Σήμερα όμως δεν θα σας κάνω το χατήρι. Από αύριο εδώ στη διάθεσή σας.  Σήμερα θα μείνω στο κομμάτι εκείνο της ιστορίας που γράφτηκε στις πέτρες στα βουνά, στους ρημαγμένους τοίχους των σπιτιών της Αθήνας, στις καρδιές του κόσμου που μέσα από αυτό το όραμα ξαναβρήκε πριν απ’ όλα την αξιοπρέπειά του. Την ανθρώπινή του υπόσταση. Τον καλύτερο εαυτό του.

Τουμπανιασμένος ο κόσμος από την πείνα πέθαινε στους δρόμους, εξαθλίωση παντού.  Ελπίδα καμιά.  Και μέσα σ’ αυτήν την απελπισία ακούστηκε μια νύχτα μια φωνή.  Σας μιλάει το ΕΑΜ! Με πράσινη λαδομπογιά έξω από το Πανεπιστήμιο θέλει η οικογενειακή μου παράδοση να γράφτηκε το πρώτο σύνθημα. ΕΑΜ. Πριν 70 χρόνια. Θα κρατάτε στην τσέπη σας δυο – τρεις σταφίδες να δίνετε στους ετοιμοθάνατους, να μην πεθαίνουν σαν τα σκυλιά στο δρόμο.  Να τους κρατάτε το χέρι. Αυτή μια από τις πρώτες οδηγίες.  Η ανθρωπιά! Η αλληλεγγύη! Η αξιοπρέπεια!   Κι αυτά πήρανε φωτιά και γίνανε πολιτική και κίνημα μέχρι που – κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο – η «γραμμή» έφτασε να είναι : «Αν κινδυνεύσετε, χτυπήστε όποια πόρτα νάνα»ι.  Ρωτάω τους δικούς μου στα οικογενειακά τραπέζια κάθε φορά:  Για πέστε μου τη γραμμή. Κι η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Οποια πόρτα νάναι.  Και με την ίδια αγαλλίαση ακούω κάθε φορά την απάντηση:  Οποια πόρτα νάναι!
Η Νίκη τρέχει
Ασημένιος Στατήρ Ολυμπία 5ος-4ος αιώνας π.Χ.
Απεικονίζει τη Φτερωτή Νίκη 
Κι άλλη μια ιστορία που τους βάζω και μου λένε και μου ξαναλένε είναι η νικηφόρα διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση μέσα στην Κατοχή. Όταν οι Γερμανοί αποφάσισαν να επιστρατεύσουν κόσμο για τα εργοστάσια στη Γερμανία.
Πως μαζεύτηκε χιλιάδες κόσμου στο κέντρο, πως είχανε γίνει οι συνεννοήσεις, πως κυνηγιόντουσαν με τα τανκς, πως μπήκανε στο Υπουργείο Εργασίας και τα κάνανε ρημαδιό (άλλη λέξη θέλω να πω αλλά τέσπα),πως πετάγανε τα χαρτιά και τις καταστάσεις στο δρόμο από τα παράθυρα κι από κάτω γινότανε πάρτυ. Και λόγω αυτού του πάρτι κανένας δεν πήγε στη Γερμανία στα εργοστάσια. Νίκη! Μια μεγάλη νίκη μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.  Στις δυσκολότερες που έχει δει η Ευρώπη.

Μέσα απ’ αυτήν την ανθρωπιά, την αποφασιστικότητα, την ελπίδα το κίνημα αυτό πέρασε και στην ανώτερή του φάση. Σήκωσαν οι άνθρωποι τα όπλα. 
Εκεί που δεν υπήρχε παρά μόνο απελπισία έγινε στρατός. Και στρατός τακτικός, με στολές, με φύλλα πορείας, με σχολές αξιωματικών, και, κυρίως, με επιμελητεία. Την επιμελητεία όλου του κόσμου. Του όποια πόρτα νάναι. Και με νίκες.

Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα.  Αυτό έχει μείνει.

Μας έσωσε από την πείνα γιατί κάποιοι οραματιστές σαν τον Αρη και σαν άλλους είδανε λίγο πιο μακριά.  Είδανε ότι το πρώτο που πρέπει να πολεμήσεις είναι η ηττοπάθεια, η ίδια σου η απελπισία.  Πρέπει να δεις το φως σε μια τόση δα τρυπουλίτσα στην άκρη του τούνελ κι αν δεν τη βλέπεις να τη φανταστείς. Και σιγά σιγά με τη φαντασία σου, άμα τη σκέφτεσαι δυνατά πολύ δυνατά από την ψυχή σου θα πάρει υλική υπόσταση. Και θα γίνει τρύπα πραγματική που θα δείχνει το φως και θα σου δείχνει το δρόμο. Προς τα πού πρέπει να πας. Και θα σου δείχνει και τα χέρια των διπλανών σου για να τα κρατάς, Και θα σου φωτίζει και τα μάτια τους που θα σε κοιτάνε με πίστη.

Γι αυτό λέω μήπως κι εμείς από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.  Να νικήσουμε μέσα μας την ηττοπάθεια και να φανταστούμε τον κόσμο όπως τον θέλουμε εμείς. Ας είναι διαφορετικός του καθενός μας. Σίγουρα θα είναι καλύτερος απ’ αυτό το χάλι.  Απ’ αυτό το βόθρο που μας έχουνε χώσει.  Που ρίχνουνε την ανθρωπιά μας μέσα στα σκατά.  Να σηκώσουμε το κεφάλι και να πούμε.  Όχι ρε! Εγώ είμαι άνθρωπος, πρωτ’ απ’ όλα.  Αξιοπρεπής! Δυνατός! Ατρόμητος! Γιατί πάνω κι απ’ το φόβο μου βάζω το όραμά μου.  Τότε θ’ αρχίσουν να μας τρέμουν πραγματικά.  Και τώρα μας φοβούνται γι’ αυτό μας διώχνουν απ’ τις πλατείες Εμείς δεν το έχουμε καταλάβει! Μόλις το καταλάβουμε ότι τρέμουνε μπροστά μας! Ου ου! Δικά μας όλα! Και το μέλλον μας και οι ζωές μας!

Στον αρχηγό του Ελληνικού ΛαΪκού Απελευθερωτικού Στρατού τα όπλα μου παρουσιάζω.  Την ταπεινή μου πένα! Την ψυχή μου! Την παρουσία μου στους δρόμους και στις πλατείες. Την πίστη μου στη Νικη. Τα παρουσιάζω όχι στον στρατηλάτη αλλά στον  μεγάλο οραματιστή.

Με τη Νϊκη!
____________
Λόρδος Μπάϋρον ή Ιερός Λόχος ήταν το ένοπλο τμήμα της ΕΠΟΝ σπουδάζουσας



----------------------
(*) Ο Λόγος του Αρη στη Λαμία 

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΣουρπράΪζ πάρτι

Αϊντε διαβάστε κι αυτό να ξεκινάμε σιγά σιγά για κάτω.

Σύνταγμα!

Θέλουμε δεν θέλουμε θα πάμε. Μακάρι νάχει κόσμο αλλά μπορεί και να μην έχει.
Νάτανε λέει η τελευταία τους μέρα σήμερα! Να τους οξωπετάγαμε μια και καλή να ησυχάζαμε όπως πετάς ένα δόντι που σε πονάει. Να τους πετάγαμε έξω και την πληγή θα την κοιτάγαμε μετά. Θα κάναμε γαργάρες με αλατόνερο και θα φτιάχναμε τις δουλειές μας όπως ξέρουμε εμείς. Νοικοκυρεμένα. Στη θέση τους. Για όλους μας. Και φράγκα θα βρίσκαμε και το τι θα γίνει θα το βρίσκαμε μεταξύ μας. Ετσι κι αλλιώς! Εδώ είμαστε. Εμείς είμαστε δεν θα χανόμασταν.
Αχ! Και νάτανε αυτή η μέρα η σημερινή λέει που θα τους παίρναμε φαλάγγι. Που δεν θα βρίσκανε την πόρτα να φύγουνε.  Και με κλωτσές και μούτζες να τους δείχναμε εμείς το δρόμο.  Εκεί. Από κει.  Όπως δείχνει ο Κολοκοτρώνης. Να σηκώναμε το χέρι και να τους δείχναμε την πόρτα. Νάταν αυτό να γινόταν σήμερα.


Κι αν γίνει; ρωτάω εγώ. Κι αν γίνει σήμερα; Γιατί και τη μέρα της Νίκης το πρωί πάλι θα αμφιβάλουμε. Κάποιοι τουλάχιστον θα αμφιβάλουν. Θα αμφιβάλουν και μετά!


Ελεύθερο θα είναι το Σύνταγμα με μια μεγάλη παιδική χαρά στη μια του γωνία που θα έχει μια ταμπέλα που θα λέει «Αντί μνημείου για τη μάχη της 28-29 Ιουνίου 2011 που έδωσε ο κόσμος της Αθήνας ενάντια στο Μεσοπρόθεσμο.  των Λακεδαιμονίων του ΠΑΜΕ απουσιαζόντων. Κι αυτή ήταν η αρχή της νικηφόρας πορείας»  Αμέ!  όλα αυτά θα λέει η ταμπέλα.  Κι αυτοί που αμφιβάλλουν τώρα και τότε που θα βλέπουν την ταμπέλα θα αμφιβάλουν.
Σαράκι, παιδί μου, σαράκι αυτή η αμφιβολία.
Τους ξέρω όμως αυτούς! Έναν έναν.
Ο ένας γρινιάζει για την ποιότητα της συνέλευσης.  Ρε, που είχατε δει συνέλευση να παίρνουν μέρος χιλιάδες άτομα και να υπάρχει και σέβας; Που είχατε δει συνέλευση να παίρνουν μέρος οι αριστερές παρατάξεις και να μην γίνεται το «γρόνθος έναντι λακτίσματος».
Η άλλη γρινιάζει για τις αποφάσεις της συνέλευσης. Που είδες μαρή ξανά πολιτικό κείμενο τέτοιας ωριμότητας! Που να μην μιλάει τη γλώσσα την ξύλινη του θείου του Ζαχαριάδη. Ούτε κάν του ίδιου του Ζαχαριάδη. Του θείου του.  Που είδες κείμενο πολιτικό με μέσα ποιητές; Που είδες κείμενο που να εγκαλεί τους μπάτσους, τους τροϊκάνους, τους επιχειρηματίες; Ολο γενικότητες ξέραμε. Κάτι περί συστήματος, κάτι τέτοια. Ο καπιταλισμός πιπίλα κι εμπρός γιατί δεν ξέρουμε που πάμε.
Ο άλλος πάλι γρινιάζει για το σχέδιο του μεσοπρόθεσμου. Δεν ήταν λέει καλό γι’ αυτό χάσαμε.  Και πότε ρε ρεμπεσκέ είχε ξανά το κίνημα σχέδιο; Που πήγαινε η μισή πορεία των 3000 από το ένα μέρος και κουτουλούσε με την άλλη μισή των 1500 στις γωνίες σαν τους γενναίους του Μπράνκαλεόνε. 
Είχαμε σχέδιο! Μπορεί να μην ήταν αυτό που έπρεπε. Μπορεί να ήταν αδύναμο, ανεδαφικό. Αλλά για πρώτη φορά από τον Αρη και μετά υπήρχε σχέδιο. Κι όποιος έχει άλλη άποψη ας μου την πει γιατί με ενδιαφέρει ιστορικώς.
Ετερος πάλι γρινιαζοκοπάει γιατί βγάζαμε αποφάσεις ανεδαφικές και αληλλοσυγκρουόμενες (σε είδα, διάβαζα τα τουίτς σου προσεκτικά μην κοιτάς που δεν μίλαγα). Ε και; Και στην Αρχαία Αθήνα ακόμη τα νομοθετικά κείμενα ξεκινούσαν με το μαγικό «Εδοξε τη Βουλή και τω Δήμω» Δηλαδή, νομίζουμε. Νομίζουμε ότι τώρα είναι έτσι κι αύριο αλλιώς και ξανά αύριο έδοξε τη συνελεύση και τη γκλαβα μας άλλο. Λες και ήμασταν διακόσια χρόνια εξουσία και ξέρουμε. Ετσι θα πάμε! Στρατίζοντας.  Θα πάμε όμως. Θα στρατίσουμε, θα περπατήσουμε και μετά θα τρέξουμε.  Και κάθε μέρα θα είμαστε πιο προσεκτικοί και πιο ώριμοι. Και άρα πιο ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΙ.
Ο πιο μιρμίρης πιάνει την πάνω πλατεία. Η πάνω πλατεία λέει έφταιγε που είχε διάφορους. (Εδώ ξεκαθαρίζω με σαφήνεια ότι εξαιρώ τους φασίστες).  Και τι περιμένεις ρεεε! Να τους διώξεις μόνος σου μόνο μ’ αυτούς που συμφωνείς. Για να διασφαλίσεις την ιδεολογική καθαρότητα της νέας κυβέρνησης! Εδώ θέλει κόσμο δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν είναι Εξάρχεια να απωθήσουμε μια διμοιρία και να πούμε εντάξει. Εδώ είναι κράτος όλόκληρο, κυβέρνηση που πρέπει να πέσει, υπουργεία, κανάλια που πρέπει να τα πάρουμε στα χέρια, επιχειρήσεις, εργοστάσια. Πως; Με τι; Με το παρεάκι; Εδώ θέλει πανστρατιά. Λαϊκη σαρωτική ενότητα. Αυτή είναι η δουλειά που έχουμε να κάνουμε τώρα όλοι οι συνταγματικοί. Ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, παράταξης, μονομανίας που έχουμε στο κεφάλι ( με πρώτη εμένα). Να διασφαλίσουμε την μαζικότητα και την ενότητα σ’ αυτή τη φάση. 
Και τη μαζικότητα μπορούμε να την πετύχουμε πηγαίνοντας στο Σύνταγμα. Πρώτη προϋπόθεση είναι να πάμε εμείς. Εμείς οι ίδιοι! Για να μας δει κι ο άλλος. Ο άπιστος. Και να πει να είναι πολλοί ρε. Θα πάω κι εγώ. Απλά πράγματα.  Το πιο σημαντικό καθήκον είναι αυτό τώρα. Να πάμε Σύνταγμα κι ας είμαστε λίγοι. Αύριο θα είμαστε πολλοί. Και τη μέρα της Νϊκης όλοι. Κι επειδή δεν ξέρουμε ποια θα είναι αυτή η μέρα καλό είναι να είμαστε εκεί σε κάθε κάλεσμα για να μην την πάθουμε όπως με τα σουρπράΪζ πάρτυ. Να το κάνουμε  στην κυβέρνηση το σουρπράιζ πάρτι. Γι αυτά τα καθάρματα. Να τους έρθει ο ουρανός σφοντύλι όπως τους αξίζει. Κι επειδή στα πάρτι, ιδίως στα παιδικά, συνηθίζονται τα δώρα  εμείς θα τους έχουμε από  ένα ελικοπτεράκι!

Γι’ αυτό σας λέω πάμε!

Θάχει και πλάκα!

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Που να σου εξηγώ ...

Εφυγε χτές ο Νίκος Κοεμτζής για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία.



Καλό ταξίδι!

Mi Βuenos Aires Querido

Προδημοσίευση:
"Mi buenos Aires Querido"
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"
Αίθρας Φλώρου

Σαν Τέλμο - Η συνοικία των χρωμάτων 
Μου είπαν ότι θα μου βρείτε δολάρια, ακούστηκε μια γλυκιά αλλά λίγο βραχνή φωνή από το τηλέφωνο. Ο καφές είχε εξαφανιστεί εδώ και μέρες, ματέ σε ορισμένα μόνο καφενεία κι αναγκάστηκε να βράσει το ίδιο χτεσινό τσάι. Η πικρή γεύση στο στόμα του δεν τον συνέφερε. Ποια είστε; Είμαι φίλη του Πέδρο, απάντησε η φωνή και τότε θυμήθηκε την συνομιλία του με το συνάδελφό του. Οτι θα του έστελνε μια φωτογράφο μόδας από την Ευρώπη για να την εξυπηρετήσει, ότι είχε μεγάλη υποχρέωση και όλα τα σχετικά.
Πού θέλετε να συναντηθούμε; την ξάφνιασε με το συνηθισμένο απότομο τρόπο του πριν καν ρωτήσει το όνομά της.
Δεν ξέρω καθόλου την πόλη. Μένω στο Ετουάλ … Ξέρω στη Ρεκολέτα, τη διέκοψε. Τα ισπανικά της ήταν άψογα αλλά είχαν μια απροσδιόριστη προφορά. Αραβικη, σλάβικη, δεν την είχε ξανακούσει. Αλλά μπορώ να πάρω ένα ταξί και να έρθω όπου μου πείτε. Οσο γι’ αυτό τα λεφτά μου φθάνουν. Γέλασε αυθόρμητα. Πόσο φαίνεται ότι ήρθατε σήμερα. Χτες ήρθα. Με τί πήγατε στο ξενοδοχείο. Με τη ναβέτα του ξενοδοχείου. Καλώς! μείνετε εκεί και θα έρθω να σας πάρω σε μία ώρα. Στην πόλη δεν κυκλοφορούν ταξί. Στα βενζινάδικα οι ουρές είναι χιλιόμετρα.
Μόλις έκλεισε μετάνιωσε για τη μία ώρα. Αλλά τώρα έγινε! Σκέφτηκε και τα μεσημεριανά του ραντεβού. Ολα θα τα προλάβαινε. Μπήκε στο μπάνιο. Προς μεγάλη του έκπληξη από νωρίς είχε ηλεκτρικό και γκάζι άρα και ζεστό νερό. Δεν σκουπίστηκε, κατά τη συνήθειά του, και φόρεσε τα ρούχα του όπως όπως. Μαύρο παντελόνι, μαύρο τίσερτ, μαύρα εσώρουχα με κόκκινες λεπτομέρειες. Η μόνη υποχώρηση που επέτρεπε στον εαυτό του. Αυτές οι λεπτομέρειες και τα κόκκινα γυαλιά πρεσβυωπίας που είχε μονίμως κρεμασμένα σαν κολιέ ιθαγενή. Ιθαγενής είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτή θα με βλέπει τουλάχιστον σαν μαπούτσε. Αν ξέρει κι όλας. Τον νευρίαζαν οι ξανθιές ευρωπαίες που μετά από μισή ώρα στο κρεβάτι ήταν ασύλληπτα πληκτικές. Είχαν περάσει αιώνες που είχε να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Η θυελλώδης κρίση τα είχε σαρώσει όλα. Τα προϊόντα στα μαγαζιά, τα είδη πρώτης ανάγκης, τις καθημερινές ανέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις φιλίες, τις συνήθειες. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει. Στηνόσουνα στην ουρά για ένα κιλό ζάχαρη. Ακόμη και φίλοι του διάσημοι γιάπηδες ή μποέμ είχαν βάλει το κεφάλι κάτω και συνωστίζονταν πίσω από κουρελιασμένες γυναίκες για ένα μπιντόνι πετρέλαιο. Στη χώρα του πετρελαίου, σκέφτηκε και γέλασε.
Κατέβηκε τους έξη ορόφους από τη σκάλα διότι το ασανσέρ ήταν κλειδωμένο για το φόβο των διακοπών. Το διπλανό ηλικιωμένο ζευγάρι είχε μετακομίσει για το λόγο αυτό στης κόρης τους.
Ξεπάρκαρε κοιτάζοντας το δείκτη της βενζίνης. Στη μέση. Ρεκολέτα – σπίτι – πόδια, αποφάσισε, και μετά βλέπουμε πως τη μπαρκάρουμε για πίσω. Πέρασε τους στενούς δρόμους και βγήκε στον κεντρικό. Προχωρώντας η εικόνα της πόλης άλλαζε με ψηφιακή τεχνολογία. Οι ζητιάνοι λιγόστευαν, τα σπίτια γινόντουσαν πιο σουλουπωμένα και σιγά σιγά πιο πολυτελή. Μπαίνοντας στη συνοικία των ονείρων άρχισαν να κυκλοφορούν κι αυτοκίνητα. Αυτή η τρομερή αντίθεση! Στάθηκε έξω από το ξενοδοχείο κι άναψε τα αλάρμ. Συνεννοήθηκε με τον πορτιέρη να έχει το νου του. Ενα λεπτό, του έγνεψε με το δάχτυλο. Ενα. Μπήκε κι ανακάλυψε ότι ο κλιματισμός δούλευε κανονικά. Μωρέ μπράβο, ούτε τα χειρουργεία δεν έχουν κλιματισμό αυτόν τον καιρό.
Την είδε αμέσως. Λίγο πιο μεγάλη από νέα, λίγο πιο συμπαθητική απ’ ότι περίμενε. Περίμενε μια ξερακιανή φωτογράφο όπως είχε μάθει τις γυναίκες στο χώρο και αντίκρυσε κάτι εκτός προτύπων. Του χαμογέλασε και του έδωσε το χέρι για να συστηθεί. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μπλούζα μαυρόασπρη ριγέ και στην τεράστια τσάντα με το πολύ μακρύ λουρί είχε κρεμασμένο ένα κόκκινο φουλάρι που χαλούσε κάθε χρωματική ισορροπία μέχρι που είδε τις γόβες της. Κόκκινες. Αν θα καταδεχτείτε και μια μικρή ξενάγηση, αυτές οι γόβες θα σας κουράσουν, της πρότεινε, μαθημένος να πηδάει κατευθείαν στο πρόβλημα για να κερδίζει χρόνο. Δεν άντεχε με τίποτε ούτε ο ίδιος ούτε το τεπόζιτό του να τη γυρίσει πίσω υποκύπτοντας στη γυναικεία γρίνια. Η γυναίκα γέλασε με την ευθύτητά του και του είπε αινιγματικά ότι δεν συντρέχει λόγος. Πήρε την τσάντα με τα φωτογραφικά σύνεργα και την κάμερα από το τραπεζάκι και προχώρησαν μαζί προς την πόρτα.
Πείτε μου για τα χρήματα, τη ρώτησε μόλις μπήκε στο αμάξι. Του εξήγησε ακριβώς τί θέλει και συμφώνησαν γρήγορα. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά της είπε. Σας διευκολύνω γιατί έτυχε να είμαι από τους λίγους που πληρώνομαι σε δολάρια έναν καλό μισθό κι έχω ανάγκη τα χρήματα στην Ευρώπη. Συμφώνησαν να του βάλει τα χρήματα σε ένα λογαριασμό σε μια ευρωπαϊκή τράπεζα και να της δώσει την άλλη μέρα το πρωϊ αυτό που ήθελε. Μέχρι αύριο θα είστε εντάξει, ρώτησε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εχετε πρόγραμμα; Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από εσάς εδώ. Τότε θα μου επιτρέψετε να σας αφιερώσω το λίγο χρόνο που διαθέτω για να σας κάνω μια μικρή βόλτα. Αν και όπως θα ξέρετε η κατάσταση στην πόλη κάθε άλλο παρά αξιοθέατη είναι. Αυτός είναι ο σκοπός μου του απάντησε. Είμαι φωτογράφος μόδας αλλά στην πραγματικότητα φωτογραφίζω σελέμπριτις επί πληρωμή. Το πάθος μου όμως είναι τα πορτρέτα των καθημερινών ανθρώπων. Εδώ αυτό που θα δείτε είναι πολύ σκληρό ακόμη και για τον πιο ανθεκτικό φακό. Υψωσε τους ώμους σε μια χαρακτηριστική κίνηση. Από που είστε τη ρώτησε αυθόρμητα. Είμαι μισή γαλλίδα και μισή ελληνίδα αλλά έχω γεννηθεί στο Βέλγιο. Η μητέρα μου ήταν ελληνίδα μετανάστρια κι ο πατέρας μου καθηγητής εκεί. Τώρα λύθηκε και το μυστήριο της προφοράς. Ελληνικά. Και η μεσογειακή φάτσα. Πιλάρ, της είπε. Δεν με λένε Πιλάρ. Πιλαρ. Εγώ θα σας λέω Πιλάρ από την ηρωϊδα του Χέμινγουέι. Της εξήγησε το στρατήγημά του για τις διαδρομές σε συνδυασμό με την κατάσταση που το επέβαλε.
Γκράφιτι στη συνοικία Σαν Τέλμο 
Εφτασαν κοντά στο σπίτι του και πάρκαραν, Φαινόταν να μην τις κάνει τίποτε εντύπωση. Σαν να έβλεπε ζητιάνους κάθε πρωί, σαν να ζούσε από πάντα σε δρόμους με σπασμένα μαγαζιά, ότι γεννήθηκε βλέποντας χορευτές τάνγκο στους δρόμους. Πως λέγεται η συνοικία, ρώτησε μόνο. Σαν Τέλμο. Ειναι κάτι σαν το Σεν Ζερμαίν στο Παρίσι; Θα έλεγα ότι είναι κάτι μεταξύ Μονμάρτης και Καρτιέ Λατέν. Το ξέρετε το Παρίσι; Οχι καλά αλλά το ξέρω.
Θα περπατήσουμε τώρα της είπε, Θα πάμε μέχρι την Πιάτσα Μαγιό με τα πόδια, είναι έξι τετράγωνα. Ξανακοίταξε με νόημα τις γόβες της και την είδε να βγάζει από την τσάντα που τα χωρούσε όλα ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια ιντιέν. Δεν το σχολίασε. Χρόνια με τις γυναίκες είχε μάθει να μην τον εκπλήσσει τίποτε.
Περπάτησαν μέχρι την Πλατεία. Φυσούσε και ξεφυσούσε σαν χρόνια καπνίστρια. Δεν φωτογραφίζετε; τη ρώτησε. Δεν θέλω να σας στερώ το χρόνο. Θα έρθω αύριο μόνη μου. Δείξτε μου το μπαλκόνι που μιλούσε η Εβίτα. Η Εβίτα σκέφτηκε, για όλη την υφήλιο Εβίτα. Η Αργεντινή ζει τη μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της κι αυτηνής το μυαλό στην Εβιτα. Της έδειξε και περίμενε στωϊκά να βγάλει τη μηχανή να φωτογραφίσει το άδειο μπαλκόνι. Ηλίθια! Αμάν ρε Πέδρο αμάν. Μ’ αρέσει που μου έλεγες ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα του κόσμου. Ησασταν την ώρα που η κυβέρνηση έφευγε; Είμαι παντού όπου επιβάλλει η δουλειά μου. Δεν είμαι πια ρεπόρτερ δρόμου αλλά εκείνες τις ημέρες ήμασταν όλοι στο δρόμο. Κι ακόμη δηλαδή, καθημερινά έχουμε διαδηλώσεις. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη διαδήλωση σε μια άλλη πλατεία κι έτσι γι’ αυτό εδώ είναι άδεια. Αδεια! ξανασκέφτηκε και κοίταξε την πλατεία με τα μάτια της. Γεμάτη, από ένα πλήθος που πηγαινοερχόταν. Ανθρωποι με μάτια θολά, σκυφτοί οι πιο πολλοί, γυναίκες ντυμένες μεταξωτά κι από κάτω τρύπια παπούτσια και ζητιάνοι, εκατοντάδες ζητιάνοι. Αυτή είναι η Αργεντινή έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι του.
Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ματέ. Ξέρω, του είπε αυθόρμητα και ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε. Στον αγκώνα. Την τράβηξε από κάτι στενά και την πήγε σ’ ένα καφενείο που υπολόγιζε ότι δεν θα της άρεσε αλλά το θεωρούσε το πρώτο αξιοθέατο στην πόλη και άλλωστε ήταν και το καφενείο του. Εδώ σύχναζαν και συχνάζουν όλοι οι αργεντίνοι λογοτέχνες. Κι όχι μόνο, του αντιγύρισε. Ξέρω όλα τα ιερά τέρατα της Λατινικής Αμερικής. Πέρασε με σλάλομ από τα τραπέζια χαιρετώντας γνωστούς κι αγνώστους κατά το συνήθειό του και την έκαστε σε ένα τραπέζι με θέα το δρόμο. Παράγγειλε δυο ματέ και έκλεισε το μάτι στον σερβιτόρο αν υπάρχει τίποτε άλλο. Τίποτε προς το παρόν, του απάντησε, το βράδυ θα έχουμε ουίσκι.
Ξύνισε τη μούρη της με το ματέ και ξαφνικά τον ρώτησε : Σας αρέσει η μουσική; Η ερώτηση τον κλόνισε. Δεν μπορεί παρά να ήταν σύμπτωση. Εχετε διαβάσει Μαρκές; Φυσικά, όλους τους λατινοαμερικάνους αλλά δεν μου απαντήσατε στην ερώτησή μου. Μου αρέσει ο Γαρδέλ, της απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.
Ξεκίνησε μια ατελείωτη κουβέντα για τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Η τύπισσα είχε διαβάσει και το τελευταίο άρθρο του τελευταίου μελετητή της λάτιν λογοτεχνίας αφού ήξερε και τα βιβλία τους απ΄ έξω. Ηξερε ακόμη σε ποια καρέκλα καθόταν ο Μπόρχες, σε ποια η μητέρα του και τί χρώμα είχε το μπαστούνι του. Μιλούσε γι’ αυτούς και για τους ήρωές τους σαν να υπήρχαν, σαν να ήταν φίλοι της, οικογένειά της. Αρχισε σιγά σιγά να τον κερδίζει. Οχι τόσο για τις γνώσεις όσο για το ύφος, την αυτοπεποίθηση, τη ζεστασιά που έβγαζε στην κουβέντα της. Κάποια στιγμή της άγγιζε τον ώμο κι η αντίδρασή της ήταν μάλλον γατίσια αλλά πολύ συμπαθητική. Θα φάμε ότι βρούμε της είπε. Η μόνη περίπτωση να φάμε όπως έχετε συνηθίσει είναι να γυρίσουμε στη γειτονιά σας και δεν το έχω καμία διάθεση να ξοδέψω όλη μου τη βενζίνη. Είχα μείνει με την εντύπωση ότι είχατε μεσημεριανά ραντεβού. Θα τα αναβάλω γύρισε το κεφάλι του προς το τηλέφωνο. Θα τα αναβάλω χάριν της περίστασης. Μόνο πρώτα να κάνω ένα δυο τηλέφωνα. Κινητό; Είναι μεγάλη ταλαιπωρία αυτές τις ημέρες.
Σηκώθηκαν και περπάτησαν πάλι προς την πλατεία. Σε μια γωνία μια ηλικιωμένη πουλούσε κάτι πίτες με όσπρια. Αυτό θα φάμε τώρα, και θα σας περιποιηθώ καλύτερα μια άλλη φορά ψευτογέλασε. Εδειχνε αδιάφορη. Παρόλα αυτά έβγαλε τη μηχανή και φωτογράφισε τη γριά. Συνέχισαν τον ποδαρόδρομο συζητώντας. Κάθε βήμα τον κέρδιζε και πιο πολύ. Ουάν ναίτ σταντ σκέφτηκε. Την έπιασε από τους ώμους πιο πολύ για να δει πως θα αντιδράσει παρά για να κάνει το κέφι του και αυτή ανταποκρίθηκε αμέσως. Αλλαξε χέρι την τσάντα για να τον διευκολύνει. Γιατί όχι; Περπάτησαν κι άλλο μέχρι που του είπε διψάω. Τι θα θέλατε; Ουίσκι!. Το μόνο μέρος που μπορεί να βρει κανείς ουίσκι στην Αργεντινή αυτή τη στιγμή είναι το σπίτι μου της χαμογέλασε με ύφος ακονισμένο από χιλιάδες τέτοιου είδους επιθέσεις. Τότε, θα το επισκεπτόμουν ευχαρίστως, εισέπραξε ένα πλατύ χαμόγελο.
Περπάτησαν ως το σπίτι του αργά, σε ρυθμό περιπάτου. Περπατώντας του ζήτησε: Θέλω κι άλλη χάρη. Θέλω να με συστήσετε στον τάδε. Κι είπε το όνομα του πρώτου αντιπροέδρου της χώρας. Θα φωτογραφίσω τη γυναίκα του. Η γυναίκα του, όντως, γνωστή καλλονή και σελέμπριτι αλλά αυτός με τη φήμη μάλλον αδιάφθορου. Ευχαρίστως, της είπε. Τους γνωρίζω. Αλλωστε, είναι μέρος της δουλειάς μου να γνωρίζω το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αντέδρασε με πομπώδη τρόπο.
Εφτασαν κι αναστέναξε στο άκουσμα 6 ορόφων με τα πόδια. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους έπεσε επάνω του σαν τίγρης. Σε θέλω από την ώρα που σε είδα, του ψιθύρισε. Καραδοκώ. Κι αυτά ήταν τα μόνα που πρόλαβε να πει γιατί ο έλεγχος χάθηκε κι από τους δύο. Τα πρωϊνά σεντόνια ακόμη ακατάστατα, άρχισαν να μουσκεύονται από τον ιδρώτα μέχρι που αναγκάστηκε να τη ρίξει στο πάτωμα. Τουλάχιστον εδώ έχει πιο δροσιά της είπε. Σηκώθηκε να πιει νερό κι εκείνη αμέσως άναψε τσιγάρο. Την πλησίασε με το μπουκάλι στο χέρι και της έδωσε. Ηπιε άπληστα όπως φιλούσε. Παρατήρησε με έκπληξη ότι αυτές ακριβώς οι άπληστες απότομες κινήσεις αντί να τον απωθούν τον τραβούσαν. Ισως αυτό να εννοούνε μεσογειακή αμεσότητα, ζεστασιά σκέφτηκε.
Γράφιτι από τη συνοικία Σαν Τέλμο 
Της μάζεψε τα ρούχα και τα ακούμπησε σε μια καρέκλα όπως έκανε πάντα με όλες του τις ερωμένες. Μια κίνηση μελετημένη που γοητεύει και την πιο κλειδωμένη γυναίκα. Δεν φάνηκε να δίνει σημασία και είπε ένα ξερό ευχαριστώ. Σε λίγο τον πλησίασε από πίσω. Αρχισε να τον χαϊδεύει σιγά απαλά και μετά τον γύρισε μαλακά και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα. Με κατάφερες πάλι της είπε σπρώχνοντάς την στο κρεβάτι. Αυτή τη φορά την πήρε ήρεμα με χάδια σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Μην ανάψεις τσιγάρο να κοιμηθείς. Θα κοιμηθώ, απάντησε. Τουλάχιστον μισή ώρα. Είμαι και με τζετ λανγκ. Τακτοποίησε μερικά πράγματα που δεν ήταν για τα μάτια της μέσα το σπίτι και την άφησε στη σιέστα της. Εκανε ένα - δυο τηλέφωνα από την κουζίνα και σε καμιά ώρα την ξύπνησε με ένα ποτήρι νερό. Δυστυχώς, της είπε, καφές έξω. Α! και δεν έχει ζεστό νερό. Σήκωσε πάλι τους ώμους με τη χαρακτηριστική κίνηση που είχε πια μάθει καλά. Εκανε ντους με κρύο νερό. Φόρεσε τα ρούχα της χωρίς σχεδόν να σκουπιστεί παρατηρώντας γύρω της. Ένα τόσο πολυτελές διαμέρισμα σε μια τόσο μποέμ γειτονιά. Και τα δύο τον εξέπληξαν χαρούμενα. Βάφτηκε στα γρήγορα και χτενίστηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη ανακάλυψε ένα σημάδι από ένα ρουφηχτό φιλί. Ελυσε το φουλάρι από την τσάντα και το έβαλε στο λαιμό της χαμογελώντας. Θα πάμε στο καφέ – Αρτίστ προς το βραδάκι. Εκεί θα είναι αυτός που ψάχνετε με τη γυναίκα του. Α! τέλεια χτύπησε τα χέρια της. Εντωμεταξύ όμως θα σας δείξω τη γειτονιά μου. Καρτιε Λατέν. Βγήκαν και ξεκίνησαν τη βόλτα. Δεν είχε πάρει την κάμερα. Σταματούσε όμως και φωτογράφιζε με τα μάτια. Τους ακροβάτες, τους χορευτές τάνγκο τους ζωγράφους, τη μιζέρια, τα ζευγάρια που φιλιόντουσαν, τα αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα άδεια. Την πήγε μέσα από τα στενά. Που και που το φως πέρναγε μέσα από ανοίγματα και φώτιζε στα σοκάκια. Επειδή είσαι φωτογράφος της είπε και την έπιασε αγκαζέ.
Στο τελευταίο σοκάκι πριν την πλατεία προσπέρασαν ένα ζευγάρι κακοντυμένων γέρων που έπαιζαν ακορντεόν και μια κιθαρόνα. Μετά από τρία - τέσσερα βήματα τον σταμάτησε. Δώσε τους κάτι παρακάλεσε, δώσε τους κάτι. Εγώ δεν έχω ντόπια λεφτά. Φόρεσε τις γόβες σου, της είπε. Τον κοίταξε με απορία και μέσα στη μέση του δρόμου έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις γόβες της. Με απορία συνέχιζε να τον κοιτάζει κι όταν γύρισε και έσκυψε στα γερόντια και κάτι τους είπε. Η μουσική γύρισε από μια μίζερη μελωδία σε ένα γνωστό αργεντίνικο τάνγκο. Γέμισε η πλατεία μουσική. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο άνοιγμα με επισημότητα όπως τις πριγκήπισσες. Την έσφιξε επάνω του με το άλλο χέρι. Της οδήγησε τα χέρια της όπως τον βόλευαν και μόλις πήραν τη θέση που ήθελε ακούμπησε το δικό του με ένα δάχτυλο στην πλάτη της. Την κράτησε ακίνητη και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα χωρίς να αλλάξει στάση στο σώμα του σκύβοντας μπροστά μόνο το κεφάλι. Σαν τα χείλια τους να ήταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα. Το φιλί κράτησε όσο να έρθει ο ρυθμός εκεί που τον ήθελε. Και μετά άρχισε να τη χορεύει. Τα βήματά του, ο ρυθμός του ήταν σωστά αλλά το σώμα του είχε μια ακαμψία. Σαν να τον ένοιαζε περισσότερο να την προσέξει, να την οδηγήσει να την προστατεύσει παρά να υπακούσει στο πάθος της μελωδίας. Αυτή τον ακολουθούσε υπάκουα σε κάθε βήμα. Λίγο άχαρα στην αρχή αλλά μετά την πρώτη στροφή λύθηκε και τον εμπιστεύτηκε. Εμπιστεύτηκε τα κοινά τους βήματα. Κι αφημένη σ’ αυτό το κύμα που συνέπαιρνε τον κοιτούσε όποτε επέτρεπε η φιγούρα στα μάτια. Μόνο στα μάτια.
Δεν ξέρω τάνγκο του είπε. Δεν είχα ξαναχορέψει ποτέ. Δεν χρειάζεται της απάντησε και την πήρε από τη μέση. Μ’ αυτή τη γυναίκα σκέφτηκε θα μπορούσα να αλλάξω και τη ζωή μου. Αλλά αυτό είναι ανέφικτο. Αυτή η λέξη του καρφώθηκε. Ανέφικτο.


Το βράδυ που γύρισε σπίτι του ξανακοίταξε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Αποκωδικοποίησε ξανά με μάτι ρόμποκοπ ένα μήνυμα προ εβδομάδας.
Σύνθημα : Γκαμπριελ Γκαρσία Μαρκες – Ο έρωτας στα χρόνια της Χολέρας σελ, 261 «Σας αρέσει η μουσική ;»
Παρασύνθημα : όπου πριν σελ. 262 «Μου αρέσει ο Γαρδέλ» (*) »
Εσβησε το μήνυμα από το αρχείο του κι έκλεισε τον υπολογιστή.

Σε δύο μήνες ο αδιάβλητος αντιπρόεδρος ήταν από τους πρώτους που ανέβηκαν στο ελικόπτερο. Αν παρέμενε θα κατηγορείτο για απιστία.

Σε τέσσερις μήνες έλαβε με το ταχυδρομείο στο γραφείο του στην εφημερίδα ένα πολυτελέστατο φωτογραφικό άλμπουμ με φωτογραφίες από το Μπουένος Αϊρες. Στο εξώφυλλο το άδειο μπαλκόνι της Περόν και ο τίτλος: «Τα άδεια μπαλκόνια της εξουσίας στην Αργεντινή». Μέσα είχε φωτογραφίες από ακροβάτες, χορευτές τάνγκο, ζωγράφους, μιζέρια, ζευγάρια που φιλιόντουσαν, αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα αδεια.

Στo εσώφυλλο εκεί που συνήθως είναι η αφιέρωση είχε ένα κίτρινο ποστιτ όπου ήταν γραμμένο με παιδικά ισπανικά   Mi Buenos Aires Querido
_________________
(*) Carlos Gardel,
Ο Κάρλος Γκαρδέλ (11 Δεκεμβρίου 1890 – 24 Ιουνίου 1935. ήταν εξαιρετικά διάσημος τραγουδιστής του τάγκο κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Για πολλούς θαυμαστές του, ο Γκαρδέλ ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του τάγκο, ένα μουσικό και χορευτικό είδος που αναπτύχθηκε στις γειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα.

Mi Buenos Aires Querido - Κάρλος Γαρδέλ



Αφιερώνεται σε εκείνον που μου το ενέπνευσε, σε όλους μου τους φίλους του twitter για να χαλαρώσουν πριν από τη μάχη της Κυριακής και ταπεινότατα το καταθέτω ως κόκκο συμβολής στην επέτειο από τα 25 χρόνια από τον θάνατο του Χόρχε Λουί Μπόρχες. 

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Μαζί τα φάγαμε ....

Ψάχνετε απεγνωσμένα  ελεεινοί να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα στους ψηφοφόρους σας. Ακόμη και στον πιο βαθύ μηχανισμό σας που έχει αρχίζει και τρίζει. Γιατί τα μπιλιετάκια για τα χαράτσια φτάνουν και σ’ αυτούς.  Δεν βλεπει η εφορία μέσα στην κάλπη. Ούτε τα μέτρα ξεχωρίζουν ψηλούς κοντούς.
Αλλά κάποιος πρέπει να σας στηρίζει ακόμη για να προλάβετε την καταστροφή  για την οποία είστε εντολοδόχοι. Και για να τον κρατήσετε σπεκουλάρετε πάνω στα πάντα. Αλλά ψήνετε κάθε μέρα και λιγότερους.
Ποιον είχε αποδέκτη αυτό το «λογοτέχνημα»;  Ε ρε ντενεκέδες! Βάζετε τους κοντυλοφόρους σας και γράφουνε με το κομμάτι. Το βιολί βιολάκι. Κι η κατακλείδα πάντα η ίδια μαζί τα φάγαμε. Υπάρχει κόσμος που πιστεύει ακόμη σ’ αυτή τη φτήνια; Ουτε βραζιλιάνικη σαπουνόπερα.

Οι υπόλοιποι, εμείς δηλαδή, καμαρώστε πόνημα που κυκλοφορεί χέρι με χέρι ανάμεσα στους αδελφούς πασόκους

Πάμε λοιπόν, Ορθογραφία, στίξη, σύνταξη του «συγγραφέως». Δεν αλλάζουμε τίποτε από σεβασμό.
Το μεγαλούργημα κυκλοφορεί σε διάφορες εσωκομματικές λίστες του ΜΠΑΤΣΟΚ.

""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""
Η πορεία ξεκίνησε σαν χείμαρρος, κινούμενη από παλμό, ωθούμενη από τα νέα μέτρα της κυβέρνησης.
 Στην πρώτη γραμμή διέκρινα τον Μάκη, δεν ξέρω τι δουλειά κάνει, τόσα χρονιά συνδικαλιστή τον ξέρω.
Δίπλα του η ξαδέρφη μου η Μάρθα από τα 37 της συνταξιούχος, γιατί είχε κλείσει 15ετία στον Ευαγγελισμό με ανήλικο τέκνο.
Μαζί της η φίλη της η Στέλλα, που 30 χρόνια τώρα έπαιρνε σύνταξη σαν άγαμη θυγατέρα.
 Παραδίπλα ο Στάθης, η εθελουσία από τον ΟΤΕ του είχε αποφέρει 120.000 ευρώ και τώρα αγωνιζόταν στο ψάρεμα.
Μαζί και ο Κώστας 46 χρονών, πυροσβέστης, που έχει καταθέσει εδώ και ένα μήνα τα χαρτιά του για σύνταξη (είχε προλάβει να κατοχυρώσει, λέει) και περιμένει και κάποιο χοντρό εφάπαξ.
Δίπλα τους ο θειος μου, αντίθετος από σοι, που κατεβαίνει σε πορείες μόνο όταν είναι οι ΑΛΛΟΙ κυβέρνηση.
 Και από κοντά τα δυο αδέλφια: ο Στέλιος, που του είχε βάλει το κόμμα τα 2 παιδιά στο Δημόσιο, και ο Γρήγορης, που έπαιρνε τα έργα του Δήμου υπερτιμολογημένα λόγω γνωριμιών.
 Πίσω, στην δεύτερη σειρά, ακλουθούσε ο Γιάννης, πατέρας: εδώ και κάτι μήνες έκανε εξάσκηση του νέου νόμου περί άδειας και του πατέρα στο Δημόσιο, αγκαλιά με την γυναίκα του την Μάρω, που με τρεις γέννες είχε να πατήσει στην δουλειά της 3 χρόνια.
Και από κοντά ο Μιχάλης. Εργολάβος με συνεργείο 27 ανασφάλιστους αλλοδαπούς και 3 έλληνες..
Στα δεξιά τους ο Λάκης: φοιτητής ετών 32, παρέα με τον Γιώργο, γιατρό, τον επονομαζόμενο και "ταχυδρόμο" από τα φακελάκια.
Μαζί τους και ο Θόδωρος, γιατρός του ΙΚΑ, που στο ιδιωτικό του ιατρείο δεν έκοβε πότε του αποδείξεις, με τον Κυριάκο της Εφορίας, που δεν είχε δει ποτέ του παράβαση τα τελευταία 6 χρόνια...
 Και φυσικά δεν θα έλειπε και ο Γιάννης, λιμενικός, πρώτος ταβλαδόρος στο τελωνείο.
Να και ο Μηνάς, που είχε ξεχάσει ποτέ έκοψε το τελευταίο του τιμολόγιο, μαζί με τον Ορέστη επιδοτούμενο χρόνια αγρότη, που δεν ήξερε πού ήταν τα κτήματα του.
 Όλοι μαζί με άλλους τόσους σήκωσαν τα χεριά ψηλά και με σφιγμένες τις γροθιές βροντοφώναξαν,
 "Κάτω τα χεριά από τα ΛΕΦΤΑ ΜΑΣ !"
 Ο Στέφανος, αδελφικός μου φίλος, άνεργος οικοδόμος με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια:
 "-Ρε, Κώστα, εμείς εδώ τι κάνουμε?"
 Έλα, ντε!
-Εμείς εδώ τι κάνουμε ;!.. 

""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""""
Ποιον ψήσατε ρε μ’ αυτό. Ότι και να κάνετε σας πήραμε χαμπάρι,
Κι ο Κώστας, κι ο Στέφανος κι ο Μηνάς που για να πάρει φορολογική φυλάει κατουρημένες ποδιές και πληρώνει τον κώλο του ενώ όλες οι εταιρείες που δημοσιεύσατε και χρωστούσαν είχαν φορολογική, κι ο Θόδωρος ο γιατρός του ΕΣΥ που δεν βρίσκει καθετήρα να καθετηριάσει και τρέχει από όροφο σε όροφο, κι η γκόμενά του που είναι αλβανή ειδικευόμενη νεφρολόγος που επειδή είναι αλβανή παίρνει 380 ευρώ μισθό και κάνει εφημερίες αλλωνών για 40  ευρώ,  κι ο Λάκης ο φοιτητής που ετοιμάζεται να τα παρατήσει γιατί ο πατέρας του είχε μαγαζί 30 χρόνια στη Νέα Σμύρνη και πήγαινε καλά και στο 31 αναγκάστηκε να βάλει λουκέτο κι ο Γιάννης με τη Μάρω  με τα τρία τους παιδιά που τους ειδοποιήσατε σήμερα ότι παρόλο που δεν υπάρχει δημοσιονομικό όφελος ο ένας από τους δύο θα κάτσει σπίτι για να συμμορφωθεί και ρίχνουνε κλήρο πιο από τα τρία τους παιδιά θα στείλουνε στα φανάρια,  κι ο Στάθης η εθελουσία του ΟΤΕ κι ο άλλος ο πυροσβέστης που πληρώνανε κρατήσεις για αυτούς τους συντάξιμους όρους αλλά τώρα τους λένε τα λεφτά που δώσατε καλύτερα να τα παίζατε στ’ αλόγατα κι ο θείος σας ακόμη που σας σιχάθηκε η ψυχή του κι ας ψήφιζε από τότε που είχατε βάψει τα καφενεία χρωματιστά κι η θεία σας ακόμη η αγρότισσα που έλεγε Αντρέα κι έχυνε και τώρα βλέπει την Παναγία να πουλάει κουλούρια και άλλοι ων ουκ έστι αριθμός και που μπορώ να σας τους πω έναν έναν με την ιστορία του και μαζί με όλους αυτούς κι εγώ πρώτη και καλύτερη θα είμαστε στην επόμενη πορεία. Που δεν θα είναι πορεία γιατί δεν θα μας χωράει η Αθήνα να περπατήσουμε. Θα στεκόμαστε! Και θα φωνάζουμε ένα μόνο σύνθημα. Μαζί τα φάγαμε, εσείς τον ήπιατε!

Γιατί αυτό θα γίνει. Αργά ή γρήγορα αυτό θα γίνει. Και να δω ποιον κοντυλοφόρο θα βάλετε να γράψει για το φευγιό σας. Που θάχουνε πάρει όλοι τα κομμάτια μας,

Αλλά άντε ρε μάγκες, θα σας κάνω το χατήρι. Τη φευγάλα σας θα την περιγράψω εγώ!
Με μουσική υπόκρουση τα Κάρμινα Μπουράνα! Δόξη και τιμή χαιρέτισον αυτούς!

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η ασθένεια των κόκκων του σταριού




«Αλλά δουλεύω 14 ώρες κάθε μέρα σε παραγωγή! 
Δεν κάνω βόλτα σε μαθήματα! 
Οχι για να λέμε και τα πράγματα όπως είναι.»

Εγινα αποδέκτης αυτού του μηνύματός σου  και φυσικά δεν έμεινα κάγκελο γιατί το έχω ακούσει χιλιάδες φορές σε χιλιάδες διαφορετικές εκδόσεις!
Σου απαντάω, λοιπόν. δημόσια γιατί δεν είναι θέμα δικό μου και δικό σου αλλά της κοινωνίας ολόκληρης.

Ωρα, λοιπόν, να λέμε και τα πράγματα όπως είναι! Δουλεύεις στην παραγωγή 14 ώρες κάθε μέρα κι οι πλάτες σου καίνε, δεν σηκώνεις το κεφάλι, δεν μπορείς να στρίψεις τσιγάρο, σε κυνηγάει η νόρμα. Κι γι’ αυτό είσαι υπεράνω. Υπεράνω εμού γιατί εμένα οι δουλειά μου είναι οι τσάρκες κατά τη γνώμη σου, υπεράνω του γιατρού γιατί παίρνει φακελάκι, του Δημόσιου Υπάλληλου γιατί είναι αραχτός, του φοιτητή γιατί κάνει μεταπτυχιακό στην πρέφα, της πεντικιουρίστρας μου γιατί μπορεί και καπνίζει ενώ δουλεύει, του εργάτη στο χυτήριο γιατί του κολλάνε βαριά και ανθυγιεινά, του δάσκαλου γιατί κάθεται 3 μήνες το χρόνο, του καθηγητή γιατί κάνει ιδιαίτερα. Του άνεργου γιατί στο κάτω κάτω κάθεται καναπεδάτος. Για καθέναν μας θα βρεις και κάτι να πεις. Μόνο εσύ! Μόνο εσύ έχεις δικαίωμα να μιλάς. Μόνο εσένα αδικεί η ζωή και γι’ αυτό φταίνε οι άλλοι που δεν ξεσηκώνονται! Θα ‘βγαινες στο δρόμο αλλά που χρόνος! Βλέπεις το σπίτι, τα παιδιά και στο κάτω κάτω ας ξεσηκωθούνε οι άλλοι.

Λοιπόν, φιλάρα, σε πληροφορώ και πολύ καλοπροαίρετα ότι έχεις κολλήσει την πιο βαριά αρρώστια. Την ασθένεια του κόκκου του σταριού.

Για βάλε με το νου σου πως είναι στο σιλό οι κόκκοι του σταριού. Εκατομμύρια κόκκοι πάνε για άλεσμα. Και σπρώχνονται μεταξύ τους και τσακώνονται γιατί ο ένας νομίζει ότι του φταίει ο άλλος. Νομίζει δε ότι ο διπλανός είναι διαφορετικός κόκκος. Πως του ίδιου του αξίζει να σωθεί αλλά ο άλλος δίπλα καλά να πάθει.
Γελοίο το παράδειγμα; Αυτή είναι η αλήθεια όμως.

Μαλάκα! Είμαστε στο ίδιο σιλό!!! Θα μας συνθλίψουν οι ίδιοι κύλινδροι! Μας συνθλίβουν  οι ίδιες μυλόπετρες. Και με γυροφέρνεις και μου δικαιολογείσαι και μου λες εγώ κουράζομαι εσύ όχι.
Κι εγώ σου απαντώ. Δεν την ξέρεις την κούρασή μου! Δεν έχει κάψει η πλάτη σου αγκαλιά με το pc όλη τη νυχτα μέσα στα σκατά και τα νούμερα κι άνθρωπος δίπλα σου κανείς. Δεν έχεις δώσει αγώνα με τιποτένια μέσα για να σώσεις έναν νεαρό ασθενή σ’ ένα κρεβάτι χωρίς μαξιλαροθήκες, μόνος σου στην εφημερία. Δεν έχεις μείνει χωρίς δεκάρα στη μέση του μήνα και το τηλέφωνο να μην χτυπάει όχι για ραντεβού αλλά ούτε για διαφήμιση τράπεζας, δεν, δεν πολλά δεν.

Και μια επισήμανση : Όλοι αυτοί που μας φορτώνεις την κακοδαιμονία σου και μας τοποθετείς σε πλεονεκτική θέση και μας εγκαλείς που δεν ξεσηκωνόμαστε, όλοι εμείς και συ μαζί, όποια δουλειά κι αν κάνουμε, την ώρα που την κάνουμε λείπουμε από τις ζωές μας! Λείπουμε από τα παιδιά μας, απ’ την ανάπαυσή μας, από τον έρωτα, από τη θάλασσα που μας γνέφει, από τη μόρφωσή μας, από την ψυχαγωγία μας. Κι λείπουμε για πενταροδεκάρες! Κι εμείς κι εσύ!

Και μαγκάκο γρήγορα θα καταλάβεις ότι προσωπικές μάχες τέλος. Την τελευταία σου δίνεις. Όχι την προτελευταία! Την τελευταία. Και μετά, θες δεν θες, θα βγεις στο δρόμο, αν όχι σήμερα, αύριο, με τον γιατρό, το δικηγόρο, τον φοιτητή, την πεντικουρίστρα μου, τη γυναίκα που σου καθάριζε το σπίτι, τον άνεργο οικοδόμο. Θα βγεις με μένα την γυρίστρω. Που κάνω τσάρκες. . Θες δε θες; Γι’ αυτό καλόπιανέ μας από τώρα και μην μας σνομπάρεις.

Κι εμείς θ’ ανοίξουμε μια αγκαλιά όσο πιο πλατειά χωράει η πλατεία και θα σου πούμε: καλώς τον!Καλώς τονε κι ας άργησε.

Ραντεβού στο Σύνταγμα!

Κυριακή 25/09/2011
Ολες και όλοι

Εκεί θα σε δω μάγκα! Εκεί!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Το τέλος της αθωότητας - Σαν κόσμημα

Το τέλος της αθωότητάς μας

Σαν κόσμημα αναρτώ στο ιστολόγιό μου το κομμάτι του φίλτατου @giopso , κατά κόσμον Γιώργου Ψωμά.
Σαν μινωικό ενώτιο!
Μπράβο Γιώργο!

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Μας πήρατε τα πάντα - όχι και τη ζωή μας - Δεν θα τους αφήσουμε

Πρωτογενής πηγή : Polyfimos.blogspot.com
φωτο από reuters




Θεσσαλονίκη, 16 Σεπτεμβρίου 2011. 55χρονος απελπισμένος συμπολίτης μας αυτοπυρπολείται μπροστά σε τράπεζα, ανήμπορος να ξεπληρώσει τα χρέη και να κρατήσει το σπίτι του... Μας πήρατε τα πάντα, αλλά δεν θα σας κάνουμε τη χάρη να μας πάρετε και τις ζωές μας...







Και η γνώμη μας :
Δεν θα τους αφήσουμε! Πριν φτάσουμε όλοι μέχρι εκεί ας σηκωθούμε όρθιοι. Με ψηλά το κεφάλι.
Για την αξιοπρέπειά μας! Για τα παιδιά μας!
Δεν θα τους αφήσουμε!
Δεν θα τους χαρίσουμε ούτε λεπτό ακόμη από τη ζωή μας!


Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Είμαι η κόρη του καπετάν Αντώνη του χιτοφάγου.

Είμαι η κόρη του καπετάν Αντώνη του χιτοφάγου, του καπετάνιου της πόλης. Που ήπιε ρετσινόλαδο από τον Μανιαδάκη, που πολέμησε στη μάχη της Κρήτης, που πρωτοστάτησε στην απόδραση της Σωτηρίας, που πολέμησε στα δύο μπλόκα της Καλλιθέας, που μεγαλούργησε στη Μάχη του Μακρυγιάννη και σ’ αυτήν του Πρώτου Συντάγματος, Που τσάκισε η υγεία του στην παρανομία, στις φυλακές και τις εξορίες και μαύρισε η ψυχή του γιατί πάνω κι από την αγάπη του για τη ζωή έβαλε το καθήκον του να σκοτώσει. Βαριά το έφερνε αυτό πάντα.

Είμαι η εγγονή τεσσάρων μικρασσιατών παπούδων και γιαγιάδων που ήρθαν διωγμένοι από μια ζωή χαρισάμενη και ξανάρχισαν από την αρχή στην παράγκα.

Είμαι το παιδί αυτωνών που ξανάφτιαξαν τις ζωές τους από τα συντρίμμια 4 φορές μέσα σε 3 γενιές.

Είμαι η αρραβωνιαστικιά του Πέτρουλα, είμαι η αδελφή του Διομήδη Κομνηνού. Είμαι η μάνα του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Είμαι η αριστερά. Κι όσα εισαγωγικά και να μου βάζετε γύρω από το «αριστερή», αριστερή θα μείνω.

Γι’ αυτό ξύνω τόσα χρόνια με τα νύχια μου το βράχο.

Ξύσε ξύσε ο βράχος όμως άρχισε να μαλακώνει. Κι αυτό είδατε καθήκια και φοβηθήκατε. Ότι ο βράχος μαλακώνει. Γελάγατε τόσα χρόνια μαζί μας: ανεδαφικοί, συντρόφια, προδωμένοι, αγανακτισμένοι ήμασταν για σας.

Μας σιχαινόσαστε: Αγέλη. Κορόϊδα ιδεολόγοι.

Γεια σαν ρε μάγκες. Εσείς είστε πιο αναλώσιμοι από μας. Εσείς είστε οι αναλώσιμοι. Εμείς ξέρουμε ότι πίσω από σας είναι οι κυβερνητικοί και πίσω από τους κυβερνητικούς οι λάτσηδες και οι βαρδινογιανναίοι. Ξέρουμε που βαδίζουμε. Ξέρουμε όμως και ότι για να φτάσουμε στο στόχο πρέπει να περάσουμε απ’ όλα τα αναχώματα. Κι εσείς βρίσκεστε στο πρώτο. Σ’ αυτό της δύναμης της πληροφόρησης. Πληρωμένοι κονδυλοφόροι, νομίζετε ότι όταν έρθει η ώρα τ’ αφεντικά σας θα σας στείλουν στις Σεϊχέλες; Βορρά θα σας δώσουν. Τα κομμάτια σας θα πετάνε πίσω τους για να κερδίζουνε χρόνο. Αυταπατάσθε επειδή σας καλούνε σε κανένα τραπέζι με πολλά μαχαιροπίρουνα και σατώ λαφίτ ότι θα σας πάρουν μαζί στο ελικόπτερο. Θα χαιρετάτε από κάτω κι εσείς όπως κι εμείς. Εσείς με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια σας κι εμείς με δάκρυα χαράς. Και ουαί τοις ηττημένοις.

Αλλά έχετε αρχίζει να τα μυριζόσαστε όλα αυτά. Γι’ αυτό βγαίνετε τώρα από τις τρύπες σας να δείξετε τον καλύτερο εαυτό σας στ’ αφεντικά σας.

Μπουρδολογείτε στις τηλεοράσεις. Προσπαθείτε να κάνετε τα αδύνατα να φανούν δυνατά. Με σεντόνια σκεπάζετε το λιμό στην Αργεντινή. Μου φοράτε την ενοχή καπέλο ότι ανήκω στους μικροκλέφτες, πως φταίω εγώ, εσείς τα αρχιλαμόγια. Με προσβάλετε! Προκαλείτε! Για να δείξετε πόσο άξιος είναι ο μισθός σας. Για να χάσω την ψυχραιμία μου.

Δεν την χάνω ρε την ψυχραιμία μου. Την έχω στρατευμένη στο κίνημα. Αλλά μην τολμήσει κανείς ν’ αγγίξει τη μνήμη του πατέρα μου του καπετάν Αντώνη του χιτοφάγου. Θα γλύψω και την κάμα.

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Το τραγούδι που δεν άκουσες

Προδημοσίευση:
"Το τραγούδι που δεν άκουσες" 
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"


Νταούλια βαρούσανε στο κεφάλι μου. Νταούλια. Είχα πιει τον άμπακα. Νυχτοκάματο κι άγιος. Ο ήλιος μου ξυράφιαζε τα μάτια. Στρώθηκα σε ένα καφενείο ότι νάναι ίσα για την σκιά του. Σου έπεσε το κομπολόι. Δεν γουστάρω τις γυναίκες με κομπολόι. Μ’ ευχαρίστησες που το έπιασα και σηκώνοντας το κεφάλι μούγκρισα από τον πόνο στο σβέρκο. Δεν σε είδα. Είδα μόνο το χέρι σου. Βαμμένο νύχι κόκκινο. Και των ποδιών. Στήθηκα να κοιτάω απέναντι και να περιμένω να περάσει ο ηλεκτρικός λες και θα τον έπαιρνα. Ξαναφέρνω στο νου μου το κομπολόι. Γιούσουρι. Από τα καλά. Με μια γκριζίλα επάνω. Ακανόνιστη πέτρα που κάνει ένα πολύ μουντό θόρυβο. Διακριτικό. Γυρίζω και σε ρωτάω. Γιούσουρι; και μου περνάει ο πονοκέφαλος από το χαμόγελο. Να το μυρίσω, σου ζητάω, μυρίζει θάλασσα; Μου το πέρασες χωρίς να απαντήσεις και με παρατηρούσες μισοχαμογελώντας. Μπροστά σου είχες ένα τσίπουρο χωρίς τίποτε. Ετριψα το εργαλείο στα χέρια μου και μύριζε θάλασσα και μια γυναικεία μυρωδιά που μάντεψα ότι ήταν η δική σου. Μου άρεσε. Το ακούμπησα δίπλα στο τσίπουρο. Ναι! σου είπα και χαμογέλασα για πρώτη φορά εδώ και μια βδομάδα.
Αφραγκία και ζόρια από παντού. Απλήρωτος ένα μήνα από το ρεμπετάδικο Ανθρωπος δεν πατούσε εξόν Σάββατα. Κάναμε 2 μεροκάματα τη βδομάδα. Δουλειά αλλού τίποτε. Το μόνο καλό ότι μελετούσα. Δρόμους. Είχα κολλήσει και με ένα σκοπιανό εκείνες τις μέρες που μου έδειχνε τα δικά τους. Χάλκινα. Να σε κεράσω σκέφτηκα κι άρχισα να μετράω νοερά τα λεφτά στην τσέπη μου. Με πρόλαβες. Σας καλημερίζω είπες πρέπει να φύγω. Με το τσίπουρο στη μέση; αποτόλμησα. Είναι το δεύτερο μου λες. Πίνεις μισοκαθισμένη την τελευταία γουλιά και φεύγεις χωρίς να ξαναχαιρετίσεις.
Εσκασα ο μαλάκας. Και ξαφνικά, αλλάχ ακμπάρ, βλέπω το κομπολόϊ. Βγάζω γρήγορα ένα δίευρο από την τσέπη, το παρατάω στο τραπέζι, τσεπώνω το κομπολόι και αφήνω να περάσει μισό λεπτό. Ανοίγω βήμα και σε φτάνω. Το ξεχάσατε, σου ξεφουρνίζω λες και ήταν απόφθεγμα. Ξανά το χαμόγελο. Χίλια ευχαριστώ. Και πάνω στο χιλιοστό ευχαριστώ ανοίγω ξανά το στόμα μου σαν αυτόματο και λέω : Θέλω να σε ξαναδώ. Ενικό κατευθείαν. Με σκανάρεις με τα μάτια χωρίς να γελάς και μου λες. Το βράδυ, στο Σύνταγμα. Τι στο Σύνταγμα σου λέω, εκεί γίνεται κόλαση. Στην κόλαση! μου απαντάς με ένα χαχανητό που φώτισε η πλάση. Στην κόλαση, στα σκαλάκια της Οθωνος στις οχτώμιση. Και μου γυρίζεις την πλάτη.
Ντύνομαι το βράδυ γαμπρός. Πενιά δεν έριξα την υπόλοιπη μέρα. Τριγύριζα από δω κι από κει μέσα κι έξω απ’ το σπίτι. Οκτώ και εικοσιπέντε έβγαινα από το μετρό. Οχτώμιση νταν απίκο σκαλάκια σαν αρραβωνιαστικός. Γύρω πλήθη. Δεν είχα ξανακατέβει. Μου το λέγανε κι όλο έλεγα θα αλλά το σκεφτόμουνα. Δεν είχα μπλέξει και ποτέ σοβαρά. Αλλά εδώ το πράμα μύριζε φάση. Και φάση καλή. Χρόνια είχα να αισθανθώ έτσι. Μ’ ακουμπάς από πίσω στον ώμο. Πρώτη φορά; Ναι σου λέω και σου δίνω ο μαλάκας το χέρι για να σου πω το όνομά μου. Μου λες το δικό σου και το γράφω στους τοίχους με κόκκινη μπογιά από τότε. Οσα κι αν περάσαμε. Με κόκκινη μπογιά.
Αϊντε ξενάγησέ με σου λέω δεν έχω ξανάρθει. Με πήρες, εδώ αυτά, εδώ έτσι και πάμε τώρα κι απάνω. Απάνω κόσμος. Αλλά άμα λέμε κόσμος, κόσμος! Βρίσκω ευκαιρία και σε πιάνω από το χέρι. Γρήγορα, λέω μέσα μου, το πας αλλά στη βράση κολλάει το σίδερο. Είναι κι η περίσταση που ευνοεί. Με έσερνες σαν το νήπιο. Σε μια στιγμή κολλάς σε μια παρέα και με πιάνει πανικός. Με πιάνει αμάν αμάν. Η θα με παρατούσες σύξυλο μέσα σε εκείνη τη λαοθάλασσα ή θα με έβαζες στο κόλπο. Εγινε το χειρότερο. Αρχισες να με συστήνεις μες την καλή χαρά λες και με ήξερες χρόνια. Δεν άκουσα κανένα όνομα μόνο το κεφάλι κουνούσα και χαιρετούσα με το χέρι. Φεύγουμε εμείς τώρα, λες ξαφνικά, έχουμε δουλειά. Με σέρνεις προς την Οθωνος που αραίωνε κάπως το πράμα χωρίς να μου αφήσεις το χέρι. Σε σταματάω. Αν δεν είμαι αδιάκριτος που πάμε; Πάμε κάπου να κάτσουμε να μιλήσουμε. Το σχέδιο το έχεις πενταετές και δεν ρωτάς κανέναν; σου πετάω όχι από τσαντήλα αλλά μου είχε κάνει εντύπωση. Ξεσπάς στα γέλια. Εχεις δίκιο! Που θες να πάμε; Πάμε, σου λέω, εκτός. Μα ήθελα να πάω στη συνέλευση. Πάμε τώρα να κάτσουμε κάπου και συνέλευση αύριο. Περίμενα μπουρίνι αλλά ήρθε χαμόγελο! το γνωστό!
Είχα σκεφτεί ένα καφενείο που παίζαμε καμιά φορά στην αρχή για πλάκα και μετά για το μεροκάματο κοντά στην Καπνικαρέα. Αλλά σκέφτηκα όχι. Θα είναι γνωστοί θα μπλέξουμε. Και σε πήγα στη Ρόμβης. Στο τσιπουράδικο. Αφού είσαι τσιπουρού! Και πάλι γέλασες.
Εκεί χαιρέτισες δυο παρέες αλλά έβλεπα αλλού. Προσευχόμουνα να μην πεις να κάτσουμε με άλλους. Επιασε η προσευχή.
Αρχισες κι έλεγες. Έλεγες, έλεγες και σ’ άκουγα μαγεμένος. Ξαφνικά χωρίς να με ρωτήσεις πήρα μικρόφωνο εγώ. Μόλις άκουσες μουσικός σηκώθηκες όρθια. Κάτσε κάτω μωρή! Κι ήταν η πρώτη οικειότητα. Δεν ήταν δοκιμαστικό. Εβγαινε από μέσα μου. Σε είχα! Απέναντί σου έχεις την πιο φάλτσα γυναίκα του πλανήτη, ωραίο ζευγάρι! ξεστόμισες. Εμεινα παγωτό να σε κοιτάω τι ώρα θα το πάρεις πίσω αλλά εσύ βούβα. Το είπες σαν να το υπέγραψες.
Σου αρπάω το χέρι σαν ευκαιρία και το ακουμπάω στο μάγουλό μου. Σηκώνεις το άλλο και μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Αγγελέ μου!
Εδώ εδώ και κάθε μέρα εδώ άκουγα το σύνθημα και εννοούσα εσένα. Εδώ, έλεγα, εδώ.
Ηρθα για σένα κι έμπλεξα! σου είπα μια μέρα. Δεν κακοπερνάς, απάντησες γιατί όλο το απόγευμα με είχες ξεζουμίσει. Σηκωνόμουνα το πρωϊ κι έβλεπα τον ουρανό και νόμιζα ότι είχε φρεσκοπλυθεί. Κι εκείνες τις μέρες έβρεχε πολλές φορές κι έλεγα καλύτερα! θα πλυθεί καλύτερα! Περπατούσα μες τη βροχή μέχρι να έρθει η ώρα να σχολάσεις κι έλεγα είναι δική μου. Θα έρθει. Θα πάμε μαζί.
Δακρυγόνο δεν είχα μυρίσει στη ζωή μου. Σε πορείες είχα πάει παλιά αλλά δακρυγόνο ποτέ. Όταν ήρθες μια μέρα με κάτι φακελάκια και μου λες βάλτα στην τσέπη νόμιζα ότι ήταν προφυλακτικά καινούργια μάρκα. Μπράβο λέω. Απ του ντειτ. Θα το σκίσεις μου λες και το μισό θα πασαλειφτείς στη μούρη και το μισό θα το πιεις. Και τότε κατάλαβα ότι είχα μπει σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό.
15 Ιούνη, το θυμάμαι καλά, βρέθηκα στρωμένος με κάτι άλλους που δεν τους ήξερα να παίζω ένα μπουζούκι δανικό που βρέθηκε, με τη μια χορδή ξεκούρδιστη, που να κουρδίσεις σε κείνο τον πανικό, μπροστά σε μια μικροφωνική πανηγυριού και γύρω να γίνεται Ιράκ. Επαιζα, παίζαμε δηλαδή γιατί κι ο άλλος έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε κι ο άλλος κάτι κρουστά. Κάνω το χέρι μου έτσι στον κιθαρίστα και καταλαβαίνει. Νόμιζα ότι η φωνή μου δεν θα έβγαινε. Χημεία σκέτη η ατμόσφαιρα. Πιάνω το μικρόφωνο με το χέρι και λέω. Παραγγελιά! Αυτή τη λέξη δεν τη λέω στο πάλκο ποτέ! Καμία φορά λέω Επιθυμία. Αλλά παραγγελιά ποτέ! Είχα σκεφτεί να παίξω την Ευδοκία που δεν θέλει φωνή αλλά μου ήρθε φλασιά ένα που εγώ έλεγα ότι ήταν του Χατζηχρήστου κι όλοι οι άλλοι ότι ήταν του Τσιτσάνη. Η Μαρίτσα στο χαρέμι. Πάρε βόλτα κι έλα απόψε στις οχτώμιση μ’ εννιά/ στου Συντάγματος θα μ’ εύρεις καθισμένο στα σκαλιά / ωχ κοπελίτσα μου καλέ Μαρίτσα μου/ θα σε κάνω πριγκηπέσα στο δικό μου τον οντά – το άλλαξα λίγο όπως και μετά: Θα ’σαι πρώτη στο χαρέμι μέσα στις χανούμισσες/ ωχ κοπελίτσα μου καλέ Μαρίτσα μου/ σκλάβες θα σε προσκυνάνε από κάθε μια φυλή / και ματάδες θα ‘χεις χίλιους για σωματοφυλακή. Κάτι κουλτουριαραίοι τους είδα στραβώσανε τα μούτρα τους, κιτσάτο το παληκάρι, θα ‘πανε αλλά κάτι πιτσιρικάδες που ρίχνανε νερό σταματήσανε και μου ρίχνανε παλαμάκια.
Δεν ήρθες! Δεν μ’ άκουσες μου είπες μετά. Που να μ’ ακούσεις… Δεν μπορούσες!
Δεν μπορέσαμε πολλά μετά. Πολλά δεν μπορέσαμε, Πέρναγαν από πάνω μας οι μέρες σαν χιόνια. Η μια μαλακία πίσω από την άλλη με έβρισκε. Μας έβρισκε. Πήρανε το σπίτι της μάνας μου και δεν μπόρεσα να τη βοηθήσω σε τίποτε. Πήγες να μείνεις στην αδελφή σου γιατί δεν έβγαινες. Κάθε μέρα και πιο σκατά. Θα παίξεις στο Σύνταγμα ξανά μου έλεγες κάθε μέρα. Θα παίξεις για τη Νίκη. Βολτάραμε στους δρόμους σαν 16ρικα γιατί δεν υπήρχε ούτε μαντήλι να κλάψουμε.
Εκλαιγες πολλές φορές κρυφά κι ήξερα ότι δεν ήταν από απελπισία αλλά από λύσσα. Την ήξερα τη λύσσα σου. Την ένιωθα απάνω μου όταν παιρνόμασταν. Την έβλεπα στις διαδηλώσεις ΄που σε ακολουθούσα χωρίς κουβέντα. Την έβλεπα στο τσίπουρο που έπινες. Σ’ άφηνα να κλαις. Δεν σε πλησίαζα εκείνες τις ώρες. Ηταν δικές σου. Δεν μπορούσε να σου κάνει κανείς τίποτε. Σηκωνόσουνα μετά και ο ανεμοστρόβιλος καθάριζε τα πάντα. Πιάτα στο νεροχύτη, τηλέφωνα που έπρεπε να γίνουν, εμένα στο κρεβάτι. Όλα στη σειρά. Και μετά στρωνόσουνα και στο λάπτοπ. Οποτε είχες σύνδεση. Σύνδεση με το υπερπέραν την έλεγα. Βλακούλα μου. Οποτε είχε σύνδεση, με το ζόρι σε σήκωνα να κατουρήσεις κι όποτε δεν είχε ποιος είδε το θεό.
Αρχίσαν τα χειρότερα. Θα φύγω σου λέω. Θα πάω έξω! έλα να φύγουμε μαζί. Δεν φεύγω αντιγύριζες. Μια φορά έφυγα και ξαναγύρισα. Τους ξέρω τους αποχωρισμούς δεν φεύγω. Εδώ μαζί με όλους. Θα σπαράξω που θα σ’ αποχωριστώ αλλά δεν φεύγω.
Μη φύγεις μου είπες μια φορά. Μία μόνο. Εδώ είναι ο δρόμος με όλους. Οπου κι αν πας δεν θα λυτρωθείς. Οσα και να βγάλεις. Εφυγα ο μαλάκας. Δεν άντεχα άλλο την ντροπή της άδειας μου της τσέπης. Δεν άντεχα να μην έχεις δεύτερη μπλούζα και να με χαρτζηλικώνεις. Ελιωνα κάθε μέρα σαν το κερί. Νευρίαζα. Τσακωνόμαστε. Μιζέρια.
Δούλεψα. Αλλες φορές καλά άλλες έτσι κι έτσι. Δεν λυτρώθηκα. Δεν μιλούσαμε. Δεν επικοινωνούσαμε. Καμιά φορά διάβαζα κανένα άρθρο σου στο ιντερνετ αλλά κι αυτό το απεύφευγα. Σε καμάρωνα από μακριά! Λιονταρίνα!
Γύρισα με τη νίκη.
Τρεις μέρες μετά αφού η τρίτη στη σειρά κυβέρνηση καθαρμάτων είχε ξεκουμπιστεί κι αυτή με τα ελικόπτερα δεν άντεξα. Δεν άντεξα το χαμόγελό σου να πανηγυρίζει χωρίς εμένα στους δρόμους, τα μάτια σου να με ψάχνουν και να μην με βρίσκουν.
Αρχισε το μεγάλο πανηγύρι του τι θα γίνει. Ανοιγε πια ο δρόμος! Ανοιγε γ' αυτά που ζούσε η ψυχή σου, που μου τάλεγες σαν να τα βλέπεις βίντεο.
Εκεί να δεις κομμένα φώτα και νερό όποτε. Καλά για τηλέφωνα δεν συζητάμε.
Πήγα πρώτα από την αδελφή σου. Εχει φύγει, μου λέει, μένει με την κολλητή της. Πάρε τη διεύθυνση και τα τηλέφωνα και να ξέρεις δουλεύει βράδυ. Βράδυ; Παραξενεύτηκα. Δουλεύει αποκλειστική. Γέλασα, γέλασα τόσο πολύ! Την καλύτερη αναλύτρια συστημάτων της Αθήνας! αυτήν πηδάς μάτια μου έλεγες. Και διάβασμα!! Διάβασμα. Τέσσερις με έξη σηκωνόσουνα και διάβαζες. Σηκωνόμουνα και σου ‘φερνα νερό. Σου ‘φερα νερό, έλεγα, μην κάνεις ότι δεν το βλέπεις. Και ξανάπεφτα. Σε είχα λίγο ακόμη κοντά μου.
Σε είδα. Τα μάτια σου μαύροι κύκλοι και στη μέση ένα γέλιο. Το χαμόγελο. Εκλαψα. Δεν αντέχω άλλο, είπα, μόνο στον κόσμο σου έχω θέση. Κι εγώ στο χρώμα σου, απάντησες. Μόνο στα χρώματά σου ζω. Δεν κατάλαβα τι ήθελες να πεις. Το ένιωσα όμως.
Ξαναρχίσαμε από την αρχή. Μέρα τη μέρα η ζωή γινόταν καλύτερη. Με αργά βήματα αλλά υπήρχε φως στην άκρη. Προς τα κει περπατάγαμε.
Δεν θέλω παιδιά μου είπες μια μέρα, Δεν με νοιάζει σου λέω. Δεν αντέχω, στέρεψα. Θέλω μόνο να πάρω τώρα. Εγώ είμαι εδώ σου είπα.
Ξαναγύρισες στη δουλειά σου. Την πρώτη μέρα σε ετοίμασα σαν πρώτη δημοτικού. Μέχρι κολατσό. Πετούσες. Και δώστου τρεξίματα. Κι εγώ από πίσω σου. Υπασπιστής. Τώρα είναι η ώρα έλεγες. Τώρα!

Θα φύγουμε μαζί αυτή τη φορά! Για ένα μήνα. Μόνο για ένα μήνα. Πάρε άδεια. Γέλασες και είπες. Θα ζητήσω κι αν μου πούνε όχι θα παραιτηθώ. Και θα με ζεις εσύ. Μάζευα απ’ όταν ήμουνα έξω. Λίγο, πολύ. Αυτό το ταξίδι ονειρευόμουνα. Αυτό το ταξίδι. Αυτό που σου είχα τάξει μ’ ένα τραγούδι που δεν άκουσες.
Μετά περισσεύανε. Όταν άρχισα να δουλεύω κανονικά ήταν καλά. Εκανα και μαθήματα. Ξανάρχισα να γράφω μουσική. Εκανα ένα cd και πήγε καλά. Καλλιτεχνική επιτυχία. Μέχρι που το αποφάσισα ή τώρα ή ποτέ!
Ηρθα με τα εισιτήρια και όλο το ταξίδι στην τσέπη οργανωμένο μέχρι κεραίας. Πρώτη φορά οργάνωσα κάτι στη ζωή μου. Τσαπατσούλη μ΄ ανέβαζες τσαπατσούλη με κατέβαζες.

Ανατολία. Δεν έχω πάρει μαζί μου κανένα όργανο. Θα ακούω εσένα και τους ήχους σου, είπα, θα σε μελετήσω με ηρεμία για πρώτη φορά όπως θα μελετήσω και τα ακούσματα εκεί.

Ανατολία. Το δωμάτιο με χαμηλούς οντάδες σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος πριν από 100 χρόνια. Πλουμιστά σκεπάσματα και στενά παράθυρα. Η ζέστη με την πρωϊνή δροσιά μάχονται. Πρώτα από τη μυρωδιά του ξημερώματος και μετά από τα χρώματα που αλλάζουν καταλαβαίνω ότι ο ήλιος σιγά σιγά ψάχνει να βρει το δρόμο του. Κάθομαι απέναντι και κάνω ένα τσιγάρο, Σε παρατηρώ πως κοιμάσαι. Σιωπή. Ούτε πουλιά! Και ξαφνικά ο μουεζίνης με χτυπάει στην καρδιά. Κάλεσμα για πρωινή προσευχή και κάλεσμα στο γιασεμί ν’ αρχίζει να πλημμυρίζει την πλάση. Ηχοι ανατολής, μυρωδιά γιασεμιού. Ξυπνάς. Ανοίγεις τα μάτια σου κι η πρώτη σου δουλειά να με ψάξεις. Δίπλα σου. Στο χώρο. Το μάτι σου τρομαγμένο γίνεται σπίρτο μόλις ακουμπάει απάνω μου. Καθισμένος σου χαμογελάω, Τεντώνεσαι. Ξεκινάει η μέρα με τη ζωή να μου χαμογελάει γενναιόδωρα έχοντας αφήσει εσένα να είσαι δίπλα μου. Είναι όμορφα να ξεκινάει έτσι ο θεός τη μέρα. Αυτό λέει ο μουεζίνης. Καλημέρα άγγελέ μου. Καλώς ήρθες στη ζωή μου για άλλη μια μέρα.

Αίθρα Φλώρου Αύγουστος 2011

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Αν η μισή μας καρδιά βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα ...

Οικογενειακοί λόγοι και μάλιστα ευχάριστοι δεν μου επιτρέπουν να ταξιδέψω βόρεια όπως είναι της μόδας αυτές τις ημέρες.   Και τρώγομαι μέσα μου όχι τόσο γιατί ήμουν υπέρ αυτής της εκστρατείας – εξακολουθώ  να πιστεύω ότι το πολιτικό κέντρο του αγώνα πρέπει να παραμείνει το Σύνταγμα – αλλά γιατί θα χάσω το πανηγύρι το μεγάλο.
Θα μου πείτε εδώ δεν θάχει πανηγύρια;  Θάχει βρε παιδί μου αλλά εκεί θα είναι αλλιώς!
Αλλο εδώ κι άλλο νάχεις το Γιωργάκη να στα λέει πρώτο χέρι να τα εμπεδώνεις.  
Αλλο νάχεις 17.000 μπάτσους το κατόπι σου! Εχει μια αίγλη! Μια εσάνς υπερπαραγωγής.  Ούτε στο Μπεν Χουρ τόσοι κομπάρσοι.  Ασε που έχουνε κουβαλήσει και τον Αίαντα.  Λες κι έχουνε να αντιμετωπίσουνε ξένους εισβολείς. Μάλλον όμως έτσι είναι τελικά.  Μας αντιμετωπίζουνε σαν εισβολείς! Εισβολείς στα συμφέροντά τους, στην καλοπέρασή τους, στο ποσοστό του κέρδους τους..  Εχθρούς των αποφάσεων που έχουν ταχθεί ως μαριονέτες να υλοποιήσουν και μπροστά σ’ αυτές δεν υπολογίζουν τίποτε. Ούτε ανθρώπινες ζωές, ούτε ανθρώπινο πόνο, ούτε ανθρώπινη αξιοπρέπεια!
Μόνο τις δηλώσεις τους (λέμε με Λομβέρδο π.χ.) να διαβάσεις δεν χρειάζεται να καταλάβεις ότι δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτε.  Ξεχάσαμε τους νεκρούς τις Μαρφίν, είπε μεταξύ άλλων, ο ζεν πρεμιέ της κυβέρνησης γιατί δεν ήταν αριστεροί.  Και μας αποστόμωσε.  Οχι, κυρ Αντρέα, δεν ξεχνάμε.  Δεν ξεχνάμε τίποτε! Ούτε την αριστερή σου προέλευση, ούτε τα  400 σκαλοπάτια που πάτησες για να φτάσεις να μας φτύνεις από το θρόνο σου. 
Δεν ξεχνάμε ότι εκείνη την 5η Μάη η μόνη τράπεζα που ήταν ανοιχτή ήταν η Μαρφίν της Σταδίου, ούτε ξεχνάμε ότι το πόρισμα της πυροσβεστικής ήταν καταπέλτης άσχετο αν το πρόστιμο ήταν 50.000 για τους Βγενοπουλαίους.
Πάλι γι’ άλλα ξεκίνησα κι αλλού το πήγα.
Αυτοί λοιπόν που μας αντιμετωπίζουν σαν εχθρούς και σαν εισβολείς μας δείχνουν το δρόμο και τον τρόπο να τους αντιμετωπίσουμε.  Ακριβώς σαν εχθρούς!  Ξένους με τη χειρίστη έννοια του όρου κι όχι την αρχαιοελληνική. Βαρβάρους, Ολετήρες. Μισθοφορικό στρατό εισβολέων  στις ζωές μας και στις ζωές των παιδιών μας.
Γι’ αυτό ακλόνητοι, αλύγιστοι, με το κεφάλι ψηλά και με κανένα ίχνος  ψευδαίσθησης στεκόμαστε απέναντί τους.  Με τα χέρια μας άδεια αλλά με την ψυχή γεμάτη αποφασιστικότητα.  Τα μάτια μας δεν βλέπουν τον Αίαντα. Βλέπουν πίσω από αυτόν την καινούργια ζωή μόλις ξεκουμπιστούνε. Οταν όλα τα ωραία θα γίνουνε δικά μας.  Κι αν αυτοί έχουνε τον Αίαντα εμείς έχουμε τον Προμηθέα που θα κλέψει για μια ακόμη φορά τη φωτιά για πάρτη μας  Και μ’ αυτή θα φωτίσουμε το καινούργιο μέλλον το Μ.κ. (μετά τα καθάρματα).
Αϊντε πάλι ξέφυγα!
Για να γράψω δυο ευχές το ξεκίνησα. 
Σ’όλους εκείνους τους φίλους, γνωστούς κι αγνώστους, τους συναγωνιστές και τις συναγωνίστριες τις λεβέντισσες, στους συντρόφους μας, στο Γιάννη Κ. που είναι η πρώτη μάχη που δεν δίνουμε μαζί εδώ και καιρό. 
Κι αν η μισή μας καρδιά βρίσκεται εδώ πέρα ή άλλη μισή μαζί σας θα βρίσκεται. Στη στρατιά που με τον ενθουσιασμό της θα βάλει το Βαρδάρη να φυσήξει για μας!

Με τη Νίκη όλοι!, Με τη Νίκη Γιάννη!

Με τη Νϊκη!



Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Πως το αδύνατο γίνεται δυνατό


Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θάματα μπορεί να γεννήσει η πίστη; Ξεχνούν πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα.  Τρομάζεις όταν, ύστερα από πικρές δοκιμασίες, καταλαβαίνεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπερνάει τη δύναμη του ανθρώπου, τρομάζεις … γιατί δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άνανδρες πράξεις σου, ρίχνοντας το φταίξιμο σους άλλους.  Ξέρεις πως εσύ, όχι η μοίρα, όχι η τύχη, μήτε οι άνθρωποι γύρω σου, εσύ μονάχα έχεις, ότι και αν κάμεις, ότι και αν γίνεις, ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να περιγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητεί το αδύνατο.  Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή ‘ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο και να’ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τι του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι  εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα, όπου ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο γίνεται δυνατό.

Νίκος Καζαντζάκης

Από τον Καπετάν Μιχάλη 

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Κόβουμε δρόμο για το μέλλον


Συζήτηση μεταξύ δύο ιπποδρομιάκηδων γέρων
-         Να! Παίξε τον Αφρικαν Θάντερ
-         Κι εσένα ποιός σου είπε ότι τα άλογα κόβουνε δρόμο;

Γιατί βέβαια τα άλογα δεν κόβουνε δρόμο.  Γιατί οι κανόνες στις ιπποδρομίες είναι πολύ συγκεκριμένοι και οι ακυρώσεις πέφτουν βροχή. Εμείς όμως δεν κινδυνεύουμε από ακύρωση αν παραβιάσουμε τους κανόνες.  Κινδυνεύουμε από ακύρωση των ζωών μας αν συνεχίζουμε να βαδίζουμε τον ίδιο δρόμο που μας δείχνουν με το φακό σαν ταξιθέτριες στα παλιά τα σινεμά. Κι όποιος τρόπος υπάρχει να κόψουμε δρόμο, να κάνουμε μπάι πας, συμφέρει.  Γιατί θα φτάσουμε πιο γρήγορα στο στόχο που είναι η απαλλαγή από αυτά τα καθάρματα που φεύγοντας πρέπει να συμπαρασύρουν και το σύστημα γιατί άμα κάνεις φασίνα να την κάνεις σωστά.
Από πού τώρα αυτή η πρεμούρα.  Διότι όλοι το ξέρουμε ότι πρέπει να κόψουμε δρόμο αλλά δεν ξέρουμε πως.  Κι όταν πέφτει στα χέρια μας καμιά ιδέα πρέπει να την λέμε και να μην την κρατάμε για τα συνέδρια και καλά. 
Μου έκανε την τιμή μια παρέα να μου δώσει πάσγουορντ δοκιμαστή (πως λέμε degustation στα κρασιά) για ένα καινούργιο φρούτο που θα εμφανιστεί στο διαδίκτυο περί τα μέσα του μήνα.  Το Omnia TV. Και μπήκα από περιέργεια και κρατάω το σαγόνι μου ακόμη να μην πέσει περίπου όπως ο @giopso.
Πρόκειται για μια καινοτόμο πλατφόρμα που με δυο κουβέντες είναι κανάλι τηλεοπτικό, διαδικτυακή λέσχη, κέντρο υπεύθυνης αντιπληροφόρησης, πάροχος διαδικτυακών υπηρεσιών απαραίτητων στις σημερινές συνθήκες.  Παράδειγμα: Θες να ανεβάσεις μια ζωντανή αναμετάδοση (live streaming στα ελληνικά) γιατί βαράνε στην Κερατέα ή γιατί έχεις φωνάξει τον τάδε στην τάδε πλατεία να πει τα δικά του. Εδώ παιδιά. Στο δικό μας μαγαζί.  Θες να δώσεις μια είδηση, μια ανακοίνωση, μια ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ. Εδώ! Στα πούπουλα. Θες να δεις τι γίνεται και τι λένε οι δικοί μας άνθρωποι κι όχι οι πρετεντέρηδες.  Πάλι εδώ. Στην ίδια διεύθυνση Omnia TV. Και omnia στα λατινικά σημαίνει «όλα». 
Πάμε για μεγάλες μέρες! Κι οι καιροί δύσκολοι. Δεν γίνεται ο αντίπαλος να τρέχει με τον πύραυλο κι εμείς: η σούστα πήγαινε μπροστά (το κόμμα) κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο. Θέλει άλλα κόλπα.  Πιο σβέλτα! Πιο πιασάρικα! Πιο κοντά στην ανθρωπιά μας!

Εδώ θα κάνω μια πρώτη παρένθεση.
Το Σύνταγμα για μένα είναι άγια ιστορία.  Είναι ότι καλύτερο έχω κάνει στη ζωή μου.  Ένα βήμα όμως πριν το Σύνταγμα, το 2008-9 έζησα μια άλλη μαγευτική περιπέτεια, την κατάληψη του Ελεύθερου Γαλαξία . Μια περιπέτεια 11 μηνών.
Μπήκα στην κατάληψη 10 μέρες αφού οι σκαπανείς είχαν σπρώξει την πόρτα.  Εδωσα εκεί τον καλύτερό μου εαυτό και το εγχείρημα μου έδωσε κι αυτό ανάλογα.  Ένα απωθημένο μου μένει μετά από τόση δράση.  Γιατί δεν ήμουνα κι εγώ την ώρα που σπρώχνανε την πόρτα. Λεπτομέρεια μου λέγανε μετά. Παρηγοριά έλεγα εγώ.  Ετσι και τώρα! Ζηλεύω που δεν ήμουνα γύρω από το τσιπουράκι σε γυάλινο κορμάκι πάνω στο τραπέζι που κατέβηκε για πρώτη φορά αυτή η ιδέα.  Που δεν ήμουν από την αρχή στην κολλεκτίβα που λέει ο πότμος άναξ. Που δεν θα μπορώ να πω όταν θα είναι πια στα χέρια όλων μας το πιο σοβαρό εργαλείο αντιπληροφόρησης, ενημέρωσης, συντονισμού και ποιοτικής ψυχαγωγίας : Ημουν κι εγώ εκεί.


Και μια δεύτερη  παρένθεση : Όταν ξεκίνησα να μελετάω κοινωνικά δίκτυα και εξ ανάγκης βγήκα στο twitter, άλλο που με καταγοήτευσε τελικά και κόλλησα, είχα αποφασίσει να μην αποκαλύπτω τίποτε από την επαγγελματική μου ζωή και τα προσωπικά μου.  Τώρα υποχρεωτικά θα κάνω μια εξαίρεση και θα κάνω μια αναφορά στα επαγγελματικά μου. Εχω γράψει και συγγράψει χιλιάδες σελίδες περιγράφοντας λογισμικό. Εχω σκύψει πάνω σε χιλιάδες οθόνες κι έχω χορέψει τανγκό με εκατοντάδες συστήματα. Χωρίς υπερβολή.  Χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής πάλι λέω στους συναδέλφους που το ανέπτυξαν: τεχνικά είναι ότι καλύτερο έχω δει.  Δεν έχω χρόνο να ψάξω ή να ρωτήσω τι εργαλεία χρησιμοποιήσατε, σε τι πλατφόρμες στηριχτήκατε, τι λύσεις δώσατε.  Μου αρκεί το παρεχόμενο αποτέλεσμα που για τη δουλειά που θέλουμε είναι όχι ικανοποιητικό αλλά ενθουσιαστικό. Γεια στα χέρια σας λεβέντες!! Α! κι από λάντζα ότι θέλετε εδώ είμαστε!

Όλα αυτά μου δίνουν το δικαίωμα να λέω ότι μέσα σε όλα τα κινηματικά ραντεβού του Σεπτέμβρη γράψτε στο ημερολόγιό σας και τις 15/09. 
Επίσημη πρώτη του Omnia TV. Επίσημη πρώτη μιας εποχής που θα κάνει το διαδίκτυο εργαλείο για να φέρουμε τη νίκη πιο κοντά! Για να κόψουμε δρόμο!

Καλή επιτυχία! 
Ευχή μου από καρδιάς, το πρωτοσέλιδο της πρώτης νίκης να το δω εκεί! 
Κι εκεί το live με το ελικόπτερο που θα τους παίρνει!

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Γκάπι ήρθε από τον Σολάρις - Επεισόδιο 1ο






Η ιδέα για τον Γκάπι και τα γαποδίποδα  είναι αποκλειστικά του @Giopso.
Εδώ γίνεται προδημοσίευση γιατί ο Γκάπι δεν έχει προλάβει να κάνει το δικό του ιστολόγιο
Η ιδέα για τον πλανήτη Σολάρις είναι παρμένη από το μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας "Σολάρις" του Γιαροσλαβ Λεμ, απ' όπου και η ομώνυμη ταινία του Ταρκόφσκι.
Προς αποκατάσταση της τάξεως νονός είναι όντως ο ιππότης @Cocobilly αλλά το δεύτερο μέρος του ονόματος Pasokius πρόσθεσε ο @alexandrosmix

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Με τη Νίκη!

“… πάσαν μεν θάλασσαν και γην, εσβατόν, τη ημετέρα τόλμη, καταναγκάσαντες γενέσθαι, …."
«… με την παληκαριά μας αναγκάσαμε κάθε χώρα και κάθε θάλασσα ν’ ανοίξουνε στο πέρασμά μας…»

Θουκυδίδου Ιστορία Περικλέους Επιτάφιος

Αυτό θα πούνε τα παιδιά μας για μας!

Με την παληκαριά μας λοιπόν!
Με το όραμα και τη δίψα μας για τη ζωή.  Για τις κανονιοφόρους του έρωτα του ποιητή των ψηφισμάτων μας.

Ξεκινάμε νικηφόρα πορεία σήμερα.

Με του Καπετάν Τσε το χαμόγελο στα μάτια μας, με του Αρη την πνοή στο σβέρκο μας! Με του Καπετάν Αντώνη την ευχή!

Νικηφόρες θα είναι οι μάχες μας λιοντάρια μου. 

Θα νικήσουμε στο όνομα των ζωών μας και των ζωών των παιδιών μας!

Στο όνομα των χιλιάδων νεκρών αυτού του αγώνα, των φυλακισμένων, των βασανισμένων, των εκτελεσμένων, των δολοφονημένων.

Στο όνομα των Πλατειών και της Πλατείας της καρδιάς μας

Στο όνομα της ΛαΪκής Συνέλευσης της Πλατείας Συντάγματος!


Με τη Νίκη!


Υ.Γ.
Α! και ρεμάλια το νου μας στο διπλανό μας.  Στο διπλανό μας το νου μας! Αυτός είναι το υπερόπλο μας!