Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Προπόνηση

Γυρνάω πίσω και κοιτάω τη χρονιά που φεύγει και - παρότι είμαι καλύτερη στους προγραμματισμούς απ’ ότι στους απολογισμούς – έναν απολογισμό τον κάνω.
Ξαφρίζω όπως από τη σούπα το δακρυγονίδι και κρατώ την αλληλεγγύη. Κρατώ το χέρι όλων σας που γνώρισα αυτή τη χρονιά. Που ήρθατε στη ζωή μου σαν δώρα. Αφαιρώ το ΔΝΤ, τις δανειακές συμβάσεις, τις δόσεις, και την κυβέρνηση των καραγκιόζηδων και κρατάω σφιχτά σφιχτά στην αγκαλιά μου ακριβώς σαν δώρο ακριβό το Σύνταγμα. Τις ημέρες εκείνες. Και στη μέση του βελούδινου κουτιού σαν δαχτυλίδι την 15 Ιούνη. Τη μάχη που μας έφερε πιο κοντά στη Νίκη από ποτέ.
Πως ήταν τα χαμόγελά σας όμως! Τα μάτια σας! Όταν φωνάζατε «Εδώ, εδώ και κάθε βράδυ εδώ!» Τι ρυθμός μαγικός! Ελαμπε ο κόσμος όλος.
Κρατώ σαν μαγική στιγμή από παραμύθι όταν φεύγοντας από το οδόφραγμα του Τρούμαν καταπτοημένοι και νομίζοντας ότι έχουμε χάσει το Σύνταγμα, πλησιάζοντας το Ζάππειο ακούσαμε λύρα! Λύρα! Αγιο λυράκι! Το Σύνταγμα κρατούσε! Εσείς το κρατούσατε. Πνιγμένοι στο χημικό, μ’ ανοιγμένα κεφάλια, με δυο στρώσεις μααλόξ στις μούρες, το κρατούσατε! Αυλακώνανε τα δάκρυα της χαράς και το δικό μας μακιγιάζ. Το Σύνταγμα κρατούσε! Μας φώναζε πίσω! Γιατί «είμαστε καταδικασμένοι να νικήσουμε». Και θα νικήσουμε! Οπλισμένοι με τα μπουκαλάκια του μισού λίτρου με τα οποία έπλενε η πιτσιρικαρία σε μια αλυσίδα πανηγυριού κι αλληλεγγύης την Αμαλίας για να πατήσει η Νίκη. Γιατί το κάνετε ρώτησα. Για να φύγει η μυρωδιά του χημικού από την άσφαλτο. Για να αντέξει ο κόσμος και να ξαναγυρίσει. Παρκέ! Παρκέ έκανε η πιτσιρικαρία την Αμαλίας Για να αντέξει το Σύνταγμα.
Αυτές  οι στιγμές είναι δικές μου. Δεν μπορεί κανείς να μου τις κλέψει. Αυτά κρατάω από τη χρονιά που φεύγει. Κι αυτά είναι τα όπλα μας για τη χρονιά που έρχεται! Προπόνηση ήταν οι μέρες εκείνες. Προπόνηση κι οι μεγάλες απεργίες με συμμετοχή πρωτόγνωρη εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Προπόνηση και το πανηγύρι των παρελάσεων όπου οι «επίσημοι» όπου φύγει φύγει λύγισαν από τα γιούχα. Πήραν μια πρώτη γεύση τι τους περιμένει. Προπόνηση και πανηγύρι ψυχών! Πανηγύρι αλληλεγγύης! Πανηγύρι φαντασίας! Ερωτας που άφησε το σπόρο των λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές, της άμεσης δημοκρατίας στις συλλογικότητες, στα μυαλά μας τα σκουριασμένα από το συγκεντρωτισμό.
Και δεν καταγράφεις ήττες θα με ρωτήσετε. Μία! Απαντώ. Χάσαμε το πανεπιστημιακό άσυλο. Ηττα που θα κατατρώει τη συνείδηση του κινήματος και ιδίως της αριστεράς και δεν θα την αφήνει να κλείσει μάτι για πολλά χρόνια. Γιατί ενώ τις μάχες του Μεσοπρόθεσμου, των απεργιών και των παρελάσεων τις δώσαμε με αξιοπρέπεια, με ενθουσιασμό, το άσυλο το παραδώσαμε στον εχθρό αμαχητί.
Στιγμιότυπο από την προπονητικού χαρακτήρα
παρουσία του Αθηναϊκού Λαού στο Σύνταγμα 
Μαθήματα όμως είναι όλα! Μαθήματα για να μάθουμε να νικάμε. Γιατί αν μας λείπει κάτι είναι αυτό. Να μάθουμε να νικάμε. Στρατίσαμε φέτος. Κάναμε τα πρώτα βήματα τα νηπιακά. Τώρα, τη χρονιά που έρχεται θάμαστε αλλιώς! Πιο σθεναροί, πιο αλληλέγγυοι, πιο οργανωμένοι, πιο θετικοί.
Όταν έχεις γευτεί μια φορά την πιθανότητα της Νίκης δεν την ξεχνάς αυτή τη γεύση ποτέ. Όπως όταν ήμασταν μικροί που οι γιαρμάδες μυρίζανε γιαρμαδίλα κι ακόμη αυτή την γεύση την ψάχνουμε. Μυρίζουμε τον κάθε γιαρμά. Μέχρι να βρούμε εκείνον των παιδικών μας χρόνων. Και θα τον βρούμε. Εν ανάγκη θα τον ξανακατασκευάσουμε. Οσο κόπο και να θέλει. Όταν έρχεται στο οδόφραγμα απάνω και σε βρίσκει η είδηση ότι η κυβέρνηση υποχωρεί το ξέρεις πια πως είναι. Και δεν το ξεχνάς ποτέ. Και το κυνηγάς. Την κυνηγάς αυτή τη γεύση.. Δεν είσαι εσύ που προχωράς συνειδητά. Είναι το ασυνείδητό σου που σε σπρώχνει προς εκείνη τη γεύση του πανηγυριού που γεύτηκες μια φορά και τη ζητάει η ψυχή σου. Γι’ αυτό αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό. Αυτό εννοεί το σύνθημα «είμαστε καταδικασμένοι». Γι’ αυτό το πρώτο πανό που θα μοστράρουμε τη μέρα εκείνη που θα αποφασίσουμε ότι τέλος σ’ αυτούς κι αρχή σε μας, θα είναι το πανό της Λαϊκής Συνέλευσης της Πλατείας Νέας Σμύρνης. Μ’ αυτό το σύνθημα. Και θα ξεδιπλώσουμε εκείνη τη μέρα όλα μας τα πανό. Όλα! Ότι κι αν γράφουν. Ότι κι αν έχουμε γράψει και φωνάξει όλα αυτά τα χρόνια θα τα προτάξουμε. Θα τα ανεμίσουμε σημαίες Νίκης. Κι αυτά θα χάνονται. Θα χάνονται μέσα στο πλήθος. Γιατί ο κόσμος θα είναι πολύς. Πόσος ήταν τη μέρα του πανευρωπαϊκού καλέσματος, ε! πέντε φορές τόσος. Και θα σπρώχνει με την παρουσία του ο κόσμος αυτός τη ζωή να προχωρήσει. Μπροστά! Κι η Νίκη θα μας γνέφει και θα μας κλείνει το μάτι! Πίσω από το κτίριο της Βουλής. Κι εμείς δεν θα φωνάζουμε πια «η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς» γιατί δεν θα είμαστε αντιπολίτευση. Θα είμαστε εμείς η αρχή! Η ίδια η κοινωνία!
Δεν θα ακούγονται συνθήματα πια! Μόνο μουσικές! Εκατοντάδες κιθάρες θα παίζουν και τα δάχτυλα θα ματώνουν πάνω στις χορδές σε έναν ξέφρενο ρυθμό. Κι εγώ που δεν θα μπορώ  να φωνάξω ούτε να τραγουδήσω γιατί θα έχει κλείσει φωνή μου θα χτυπώ τις πλάκες της Αμαλίας  με το τακούνι μου στο ρυθμό της Νίκης! Μέχρι να σπάσουν!

Τη χρονιά που μας έρχεται!

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Αντί ευχών

Γιορτές! Πώς μπορείς να είσαι καλά όταν γύρω σου οι άλλοι είναι χάλια; Ψήγματα αισιοδοξίας αναζητάς μέσα σου για να μοιράσεις, να χαμογελάσεις, να ερωτευτείς. Γυρνάς πίσω και λες «πώς φτάσαμε μέχρις εδώ;». Μια φράση σου έρχεται μόνο! Να τους δώσω μια κλωτσιά να τα γκρεμίσω όλα! Να ξαναρχίσω από την αρχή. Να τον σαπουνίσω αυτόν τον κόσμο, να τον ξεπλύνω από την αδικία, το αίμα. Να μοσχομυρίσει φρεσκάδα. Και γεννιέται το χαμόγελο. Αυτόματα. Αυτό μας λείπει! Η διατύπωση θετικού λόγου. Εχουμε μάθει όλα αυτά τα χρόνια σαν τα μωρά να χτυπάμε το πόδι κάτω και να λέμε δεν θέλω αυτό, δεν θέλω το άλλο. Με ένα όχι στο στόμα. Πιπίλα. Μήπως ήρθε η ώρα του μεγάλου Ναι; Μήπως ήρθε η ώρα να στρωθούμε όλοι μαζί, κουβαλώντας τις βαριές αποσκευές των αγώνων μας , τις εμπειρίες μας και, κυρίως, τα όνειρά μας, να στρωθούμε, επαναλαμβάνω και το υπογραμμίζω, και να φτιάξουμε το όνειρο αυτού που θέλουμε; Να το κατασκευάσουμε. Όπως ο αρχιτέκτονας πριν πιάσει τον ραπιτογκράφο γυρνάει και βλέπει γύρω του το τοπίο και σκέφτεται το οικοδόμημα. Σκέφτεται τους ανθρώπους που θα ζήσουν μέσα σ’ αυτό το σπίτι και τις ανέσεις τους! Τις χαρές τους, την καθημερινότητά τους. Βλέπει το σπίτι μέσα στο τοπίο και μέσα στο σπίτι ανθρώπους, Ακούει τα γέλια τους, τις μουσικές τους. Μετά φτιάνει τα σχέδια και μετά αρχίζουν τα γκρεμίσματα, οι εκχωματώσεις, οι θεμελιώσεις.
pic.twitter.com/7LZEKQZwΠιο ισχυρή δύναμη από τη μπουλντόζα η φαντασία του αρχιτέκτονα, η βούληση του ανθρώπου που θέλει ένα σπίτι.    
Δείτε αυτή τη φωτό. Πριν πιάσει ψαλίδι και βελόνα η μοδίστρα για να ράψει αυτό το φουστάνι, ονειρεύτηκε τη φλόγα, άκουσε το χάντο, το είδε να ξεδιπλώνεται και να πετάει με το στροβιλισμό της χορεύτριας. Ακουσε τα τακούνια της να χτυπάνε στο παρκέ.
Ας στρωθούμε. λοιπόν! Να διατυπώσουμε θετικό λόγο. Να κατασκευάσουμε πρώτα μέσα μας κι ύστερα σε συνεργασία και συνομολογία με τους φίλους μας, τους συναγωνιστές μας, τους δικούς μας, τους εμάς, τον καινούργιο κόσμο που θέλουμε.. Ας σκεφτούμε πολύ σοβαρά πως θέλουμε να είναι βαμμένα τα σχολεία με λαμπερά χρώματα και χωρίς κάγκελα. Ας δούμε με τα μάτια της φαντασίας μας τις παραλίες χωρίς φτηνοκατασκευάσματα που χαλάνε τη γεύση των ζευγαριών τις νύχτες με φεγγάρι, τα εργοστάσια να παράγουν αγαθά που κάνουν τις ζωές μας καλύτερες, τα παιδιά να παίζουν στους δρόμους, τους γιατρούς να θεραπεύουν και να παρέχουν ανακούφιση. Απλά πράγματα! Ας ονειρευτούμε τους εαυτούς μας καθισμένους στην ταβέρνα χωρίς άγχος για τους λογαριασμούς, για τον αν θα έχουμε δουλειά, σπίτι. Ας χτίσουμε μέσα μας έναν κόσμο γεμάτο σεβασμό στην καθημερινότητά μας. Έναν κόσμο αλληλέγγυο, όπου θα πάρει η άμυλα τη θέση του ανταγωνισμού, η γνώση κι η σοφία τη θέση της εξειδίκευσης, η λαμπρότητα του φωτός τη θέση του σκότους και της μιζέριας.
Και τότε θα γίνει! Σας υπόσχομαι ότι θα γίνει! Όταν τα δούμε όλα αυτά με τη φαντασία μας, θα γεννηθεί μέσα μας και το πώς και το φως. Θα συμπαρασύρουμε κι άλλους μαζί μας που θα λαχταρήσουν να κατοικήσουν στο δικό μας όνειρο, που θα γίνει και δικό τους. Θα γίνουμε πολλοί.
Ας ανοίξουμε τα μάτια της φαντασίας μας και θ’ ανοίξουν την ίδια ώρα και τα φτερά μας. Τότε θα δούμε και τον Παπαδήμο σαν έναν καθηγητάκο που κρατούσε με τα δόντια μια άδεια θέση 13 χρόνια, σαν αυτό που πραγματικά είναι: Έναν υπάλληλο των τραπεζών. Τους μπραβοπερικυκλωμένους εξουσιαστές σαν ανθρώπους φοβισμένους μπροστά στη δύναμή μας. Θα δούμε ότι τη θωράκιση του παντοδύναμου τραπεζικού συστήματος δεν είναι από ατσάλι αλλά από παπιέ μασίφ. Και το σύστημα εξουσίας σαν σκηνικό των έργων των παλιών του Φαρ Ουέστ. Μπροστά η μόστρα του σαλούν και παραπίσω η έρημος..
Και σας υπόσχομαι ότι οι επόμενες γιορτές θα είναι λαμπρές! Αυτές που μας προσήκουν. Του επιπέδου μας!

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Αλέξη αδελφέ μου

Δεν ξέρω γιατί αλλά πάντα νομίζω ότι η πιο δυνατή κραυγή αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας που ακούστηκε εκείνες τις ημέρες του Αλέξη ήταν το στένσιλ αυτό που κυκλοφόρησε στην Πόλη.
ALEXIS KARDESIMSIN. Αλέξη αδελφέ μου.
Η αστυνομία δολοφονεί!

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Ολοι μαζί

Ολοι μαζί στον κόσμο των 140 χαρακτήρων. Ολοι μαζί στη ζωή! Ολοι μαζί στον αγώνα για μια καλύτερη ζωή!


Οταν αυτοί τα βρίσκουν στο κτίριο της Βουλής, η μόνη αντιπολίτευση είμαστε εμείς

ΟΤΑΝ ΑΥΤΟΙ ΤΑ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΣΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ,
Η ΜΟΝΗ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ

"... Με τους ακροδεξιούς, τους νεοναζί, τους φασίστες δεν συζητάμε! τους πολεμάμε!"
Δείτε το μέχρι τέλους!



Εκδήλωση παρουσία Πλεύρη, Αντώναρου, Μαγκούφη στην Ελληνική Κοινότητα στο Βερολίνο

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Ανοιχτή Επιστολή ενός γονιού

Αναδημοσιεύουμε και προσυπογράφουμε την ανοιχτή επιστολή ενός γονιού που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και που αποδίδει όλη την αγωνία για τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή. 
Πηγή : Το γράμμα 



Είμαι κι εγώ άλλος ένας γονιός γεμάτος αγωνίες για το μέλλον των παιδιών μου. Προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο περισσότερο μπορώ για την πολιτική και οικονομική κατάσταση και όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, αλλά όσοι είναι εργαζόμενοι γονείς μπορούν να κατανοήσουν ότι αυτό δεν είναι πάντα εφικτό ή επαρκές, κυρίως λόγω χρόνου.

Πρόσφατα λοιπόν, και με αφορμή το σχηματισμό της προσωρινής κυβέρνησης, άρχισα να διαβάζω διάφορα άρθρα αναφορικά με τους νέους υπουργούς και υφυπουργούς που ορίστηκαν (τα βιογραφικά τους, ποια η μέχρι τώρα πολιτική ή κομματική τους πορεία κλπ). Να σημειώσω ότι είμαι από τους ανθρώπους που δεν υπήρξα ποτέ μέλος κάποιου κόμματος, αλλά ήμουν και είμαι πολιτικά ενεργός.

Όπως οι περισσότεροι που διαβάζετε αυτή την επιστολή, έτσι κι εγώ πήγα δώδεκα χρόνια στο σχολείο. Κάθε χρονιά, από το 1981 και μετά, στις 17 Νοέμβρη τα σχολεία τιμούσαν τα παιδιά του Πολυτεχνείου. Έτσι και φέτος, τα σχολεία θα τιμήσουν τα παιδιά του Πολυτεχνείου που σκοτώθηκαν για να ρίξουν την χούντα του Παπαδόπουλου. Του δικτάτορα Παπαδόπουλου που ως τιμωρία για το πραξικόπημα που έκανε, το βασανισμό πολλών συνανθρώπων μας και το θάνατο των συγκεκριμένων παιδιών μπήκε φυλακή. Του δικτάτορα Παπαδόπουλου που, μέσα από τη φυλακή, ίδρυσε ένα φιλοχουντικό κόμμα, την ΕΠΕΝ. Γενικός γραμματέας της νεολαίας του κόμματος αυτού ήταν ένας άνθρωπος που σήμερα έχει γίνει υπουργός της χώρας. Θα μου πείτε, βουλευτής εκλέχθηκε, κυβερνητικό στέλεχος όμως δεν έγινε από ψηφισμένη από το λαό κυβέρνηση.
Και έρχομαι στο απλό ερώτημα:
Πώς γίνεται ένα κράτος, που κλείνει όλα τα σχολειά της χώρας για να τιμήσει τον αγώνα ενάντια στον δικτάτορα Παπαδόπουλο, το ίδιο αυτό κράτος έξι μέρες πριν την φετινή επέτειο να διορίζει υπουργό τον άνθρωπο που ήταν στο κόμμα του δικτάτορα; Το κράτος αυτό έχει ίχνος ηθικής; έχει αξίες; έχει έστω λ ο γ ι κ ή;
Είμαι κι εγώ ένας «απλός» πολίτης που αναρωτιέται, πριν η νέα κυβέρνηση του μιλήσει για φόρους κ χρέος, ποιο φόρο τιμής αποδίδει η ίδια σε όσους έδωσαν την ίδια τους τη ζωή για την Ελευθερία, και ποιο το χρέος της απέναντί τους;  Είμαι κι εγώ ένας «απλός» γονιός που θέλει να διδάξει στα παιδιά του τον ορισμό της Δημοκρατίας και της Κοινωνικής δικαιοσύνης. Και πλέον δε φοβάμαι μόνο ότι δε θα μπορέσω να δώσω εξηγήσεις στο παιδί μου αν ερωτηθώ, αλλά πολύ περισσότερο πώς δεν μπορώ να του ζητήσω να πιστέψει και να αγωνιστεί για αυτές τις αξίες.

ΥΓ. Σε περίπτωση που δεν το ξέρατε γιατί και εγώ δεν ήξερα  αλλά έμαθα, σας στέλνω αυτά που εύκολα βρίσκει κανείς δημοσιευμένα στο ίντερνετ .
Ο Μαυρουδής Βορίδης (κατά κόσμον Μάκης) γεννήθηκε το 1964. Ως μαθητής του Κολλεγίου Αθηνών, ηγήθηκε πανελλαδικά της εθνικιστικής μαθητικής οργάνωσης Ελεύθεροι Μαθητές. Στη Νομική Σχολή Αθηνών εισάγεται το 1983. Ένα χρόνο μετά, το 1984 γίνεται Γενικός Γραμματέας της ΕΠΕΝ στη θέση του Νίκου Μιχαλολιάκου, τωρινού προέδρου της Χρυσής Αυγής. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι και το 1990, έτος που αποφοίτησε από τη
Νομική.
Ήδη το 1985 ο φοιτητικός σύλλογος της Νομικής τον διαγράφει για τη φασιστική του δράση. Ένα χρόνο μετά το 1986, η Ε.Φ.Ε.Ε. Υποβάλλει εναντίον του μήνυση, μεταξύ άλλων για την επίθεση στις 22 Απριλίου του 1986. Σύμφωνα με την μηνυτήρια έκθεση, μεταξύ άλλων, μαζί με μέλη της Ε.Π.ΕΝ., τραυμάτισε με λοστούς και μαχαίρια φοιτητές και προκάλεσε καταστροφές στο κτήριο.
Ο Μάκης Βορίδης το 1994 ιδρύει κόμμα με την ιδεολογική πλατφόρμα του Λεπέν το οποίο ο ίδιος ο πρόεδρος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού Γιώργος Καρατζαφέρης είχε χαρακτηρίσει ακροδεξιό σε συνέντευξή του στο Έθνος στις 23/10 επιβεβαιώνοντας αφενός τις ακροδεξιές τάσεις και το έκνομο παρελθόν του Μάκη Βορίδη και παραδεχόμενος αφ΄ετέρου το δισταγμό του να τον συμπεριλάβει στο συνδυασμό του.
Το 2000 ο Μάκης Βορίδης ήταν υποψήφιος βουλευτής με το συνδυασμό του Κώστα Πλεύρη, ιδρυτή της φασιστικής οργάνωσης 4η Αυγούστου.  Σε συνέντευξη του στην αγγλόφωνη Athens News, στις 11 Ιουλίου του 2011 ο Μάκης Βορίδης αυτοπροσδιορίζεται ως εθνικιστής.
Στις 11 Νοεμβρίου του 2011 ο Μαυρουδής Βορίδης διορίζεται υπουργός Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων.

Πηγές:
Έθνος: 23.10.2006 Συνέντευξη Γ. Καρατζαφέρη στον Χρ. Μαχαίρα

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Πέφτουν ή τους ρίχνουμε;

15 Ιούνη, για όσους δεν θυμούνται, επάνω στα οδοφράγματα ήρθε η είδηση ότι η κυβέρνηση κλυδωνίζεται. Πέφτουν, εκλογές, συγκυβέρνηση! Πισωγύρισμα τελικά. Μια ψήφος εμπιστοσύνης μάζεψε τους πασοκτζήδες από τους δρόμους!

Σήμερα δεν θα γύριζαν ούτε οι πασοκτζήδες! Γιατί τι να γυρίσουν να κάνουν στην εφεδρεία;

Σήμερα όμως που είμαστε πιο κοντά στο πρώτο βήμα προς τη Νίκη από ποτέ αντί να είμαστε στους δρόμους, ρυθμιστές των καταστάσεων, περιμένουμε τις εξελίξεις από τηλεοράσεως και το ΚΚΕ να πάει στη Βουλή την Παρασκευή με ραντεβού σαν στον οδοντίατρο για να καρπωθεί μηνών αγώνες, χιλιάδες δακρυγόνα και τα σπασμένα μας κεφάλια.

Σήμερα έπρεπε να πλημμυρίζει το Σύνταγμα από κόσμο! Σήμερα! Χωρίς σημαίες! Με ένα μόνο πανό! Στα τσακίδια. Και πάμε για τους επόμενους. Εχει σημασία να φύγουν διωγμένοι! Έχει σημασία να φύγουν με τα γιούχα μας στ’ αυτιά τους. Και γι’αυτούς και για τους επόμενους που θα ρίξουμε. Γιατί έχουμε λίγη δουλίτσα ακόμη!

Γι’ αυτό, καλοί οι αγώνες για τα χαράτσια, καλά τα επιμέρους κινήματα αλλά ο στόχος είναι πιο κεντρικός! ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ! και ενώ φτιάχνουν βαλίτσες, εμείς που τους φέραμε μέχρι την πόρτα, μαζευόμαστε στα κουκούλια μας. Κάνουμε cocooning και παραγγέλνουμε πίτσες για να δούμε στην τηλεόραση τι θα πει η Καϊλή. Τι να σου πει η Καϊλή; Το πολύ πολύ ότι έκλεισε ο Χόντος!

Όταν πλησιάζουμε στη Νίκη ξεχνάμε το ρόλο μας; Ότι είμαστε ρυθμιστές! Αντί να συμπεριφερόμαστε ως ενήλικες, ως ρυθμιστές, να διεκδικούμε ακόμη πιο μαχητικά, επανερχόμαστε στο ρόλο του τηλεθεατή! Τι είπαν οι αγορές; Τι είπε ο Σαρκοζί, πώς αντέδρασε η Μέρκελ. Μα τόσον καιρό όλοι αυτοί δεν έλεγαν; Δεν είναι κι αυτά που συμβαίνουν η αναμενόμενη φάση μιας σχεδιασμένης από εμάς πορείας ή κάνω λάθος;

Και τότε γιατί λιώναμε τα παπούτσια μας και όχι μόνο στους δρόμους αυτόν τον καιρό! Για ν’ ανέβει η τηλεθέαση τη μέρα της πτώσης; Της πρώτης πτώσης.

Εχει σημασία να φύγουν διωγμένοι! Έχει σημασία να φύγουν καταποντισμένοι! Με κόσμο στους δρόμους! Με τα γιούχα ν’ αντηχούν στ’ αυτιά τους για χρόνια. Χωρίς μούρη ν’ αντικρύσουν τα παιδιά τους, το γείτονα, το συνεργάτη. Αυτοί που ψήφισαν το Μεσοπρόθεσμο. Αυτό θα είναι μάθημα και για τους επόμενους.

Ολοι στους δρόμους! Ολοι στον αγώνα!

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Πρόβες και Πρόεδροι


Φυσικά οι αντιδράσεις στις παρελάσεις έριξαν λίπασμα στα φτερά που έχουν φυτρώσει στις πλάτες μας. Δικαίως η μούτζα ενός λαρισαίου πιτσιρικά έγινε σύμβολο αντίστασης, Συνόψισε ακριβώς την αυθόρμητη αντίδραση ενός κόσμου που σε κάθε πόλη, σε κάθε πόλη, αποφάσισε να πει το δικό του ΟΧΙ. Ακόμη κι εκείνοι που δεν ήταν στο οργανωμένο κομμάτι με το πανό και την ντουντούκα μπήκαν στο χορό αμέσως μόλις έγινε αντιληπτό τι συμβαίνει. Μάτια αμήχανα στην αρχή που γυάλιζαν αμέσως μόλις καταλάβαιναν τι γινόταν. Κι ορμούσαν με τις πλάτες τους ή μ’ ένα χειροκρότημα ή μ’ ότι τέλος πάντων διέθετε η ψυχή τους να συμβάλουν στο γλέντι.
Ένα δυο σημεία νομίζω ότι πρέπει να συγκρατήσουμε:
Το πράγμα ήταν αυθόρμητο! Αυτό αποδεικνύεται εύκολα απ’το ότι σε κάθε περίπτωση τα πανό ήταν διαφορετικά, εμπνευσμένα ή στερεότυπα με διαφορετικές υπογραφές. Ηταν διαφορετική η μεθόδευση σε κάθε μέρος. Με κορυφή φυσικά τη Θεσσαλονίκη όπου εμποδίστηκε τελείως η παρέλαση, είχαμε διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου φαινομένου, του ίδιου ΟΧΙ.

Νέα Σμύρνη
Το ΟΧΙ της ΛαΪκής Συνέλευσης
Στη Φλώρινα η παρέλαση μετετράπη σε κηδεία, στην Ξάνθη ο κόσμος έβγαζε τα παιδιά έξω από την παρέλαση, στη Νέα Σμύρνη λύκεια παρέλασαν με πανό στη θέση της σημαίας κι ηγήθηκαν μιας μεγάλης πορείας που ακολούθησε την παρέλαση. Η ΛαΪκή Συνέλευση και δύο δημοτικές κινήσεις πήραν θέση με τα πανό τους πίσω από ένα πανό λυκείου. Στο Χαλάνδρι όλος ο κόσμος ακολούθησε ένα πανό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στη Σύρο που είχε απαγορευθεί η παρέλαση έγινε με τσαμπουκά και με έναν καταπληκτικό πανηγυρικό ενός εκπροσώπου της τοπικής ΕΛΜΕ που κατέληξε σε ένα βροντερό «Ολοι στον αγώνα»(*). Στην Αθήνα χρειάστηκαν τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις και αρκετές φυσουνιές για να μην χαλάσει το χτένισμα της διαμαντοπούλας. Πλήθη!
Και το πιο σημαντικό: Ο κόσμος που συμμετείχε δεν είχε συνείδηση ότι το ίδιο γίνεται σ’ όλη την Ελλάδα την ίδια στιγμή. Ο καθένας ως άτομο ή ως ομάδα έδινε τον δικό του αγώνα νομίζοντας ότι είναι μια μικρή μειοψηφία που αποφάσισε να βγάλει από μέσα του τον αγωνιστικό του εαυτό. Και οποία ικανοποίηση όταν με τα τηλέφωνα στην αρχή και μετά πανηγυρικά από τα μέσα συνειδητοποιούσε ότι δεν έμεινε παρέλαση για παρέλαση όρθια. Ότι όλοι είχαν πει το ίδιο ΟΧΙ. Πολλοί! Παντού! Για πρώτη φορά παντού! Παντού οι πολιτικοί γιουχαΪστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Είδα τον Μητροπολίτη της Ν. Σμύρνης να μαζεύει τα φουστάνια και να τρέχει από την εξέδρα των επισήμων αναρωτούμενος για την ποιότητα των συναναστροφών του. Με ποιους κάνει παρέα! Με τις αρχές της πόλης, τους αξιοσέβαστους ή με έναν εσμό που δεν χορταίνει γιούχα.
Κι άντε να πάνε σπίτια τους! Και τι θα πούνε στις γυναίκες τους! Ότι κάτι μου έτυχε κι άλλαξα σώβρακο. Κάτι έπρεπε να πούνε. Κι αρχίσανε τα του σύριζα. Ενας σ’ ένα κανάλι είπε και για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κάποιος άλλος για αναρχικούς, Αλλά δεν μασάει πια κανείς. Γιατί καθένας μας σ’ αυτό το πανηγύρι είδε τον εαυτό του. Τον γείτονα, τον μπακάλη, την περιπτερού, τη μαμά του συμμαθητή.

Εκτονώσεις είπαν οι άπιστοι, οι αιώνιοι θωμάδες. Πρόβα λέω εγώ και δεν θα κουραστώ, Πρόβα είναι όλα για τη μεγάλη πρεμιέρα. Την πρεμιέρα του λαού που έρχεται. Κι όταν θα σηκωθεί αυτή η αυλαία δεν θα ξαναπέσει ποτέ.

Κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Που γιουχαϊστηκε! Θίχτηκαν οι θεσμοί; Θίχτηκαν και κλονίστηκαν! Και αποκαθηλώθηκε από τα μυαλά όλων ένας πρόεδρος που δεν βρήκε μια φορά μια κουβέντα να πει για τα παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα στο Πέραμα. Ο «εγγυητής της ενότητας» πήρε εντολή από την κυβέρνηση των 2850 δακρυγόνων να αποχωρήσει. Από την ίδια την Τρόϊκα.

Αλλά φεύ ο λαός δεν έσκασε. Εβαλε στη θέση του άλλον. Αμέσως! Αυτόν που είναι ο πραγματικός εγγυητής. Αυτόν που είναι το ζωντανό σύμβολο της αντίστασης. Όχι μόνο της αντίστασης του τότε. Αλλά της καθημερινής, της διαρκούς. Το Μανώλη Γλέζο. «Πρώτη φορά, μετά από 71 χρόνια, η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου πήρε το πραγματικό νόημα», είπε ο έφηβος που κατέβασε τη σημαία από την Ακρόπολη στην κατοχή. Και με την αριστοτεχνική μαεστρία του παλιού εδαϊτη κοινοβουλευτικού έθαψε τις διαμαντοπούλες από το κανάλι της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως» κι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Διαφωνώ πολιτικά μαζί του. Κι εγώ και πολύς κόσμος(**). Αλλά όλοι είπαμε, Να κάποιος που παρότι διαφωνείς μαζί του αξίζει να τον σέβεσαι, να τον έχεις πρότυπο. Την ακουρασιά του, την αβαρεμάρα του να παλεύει τόσα χρόνια για τα ιδανικά του, την πίστη στα μάτια του. Τις καταδίκες του σε θάνατο και τις επιστολές που κατεύθαναν σε κιβώτια από το παγκόσμιο κίνημα και απαιτούσαν να του δοθεί χάρη. Νάσαι καλά Μανώλη Γλέζο, Πρόεδρε ημών των εφήβων! Αμες δε γεσόμεθα πολλώ κάρονες.



Νέα Σμύρνη οι μαθητές λένε το δικό τους ΟΧΙ παρελαύνοντας με πανό
_____________
(*) απολαύστε το στο blog της αγαπημένης Κίρκης Σύρος - Κι όμως η παρέλαση έγινε
(**) και πάλι στης Κίρκης Ο κόσμος οτυ τουίτερ για το Γλέζο 




Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Αυτό το ΟΧΙ θα γίνει ΝΑΙ

Ας πούμε όλοι τώρα ένα ΟΧΙ για να έρθει πιο γρήγορα το δικό μας ΝΑΙ!
ΝΑΙ στη ζωή μας
ΝΑΙ στα όνειρά μας
ΝΑΙ στο μέλλον
ΝΑΙ στη μόρφωση, στον ελεύθερο χρόνο, στη δημιουργία!
ΝΑΙ στην ελπίδα
ΝΑΙ σ'έναν κόσμο φρέσκο, πλημμυρισμένο από φως!

Αυτό το ΟΧΙ θα γίνει ΝΑΙ!
#Greece Το φυλλάδιο του ΟΧΙ (εικόνα) - The #oxi campaign flyer (image format)

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Η εξέγερση της λιτότητας

Εξώφυλλο της γαλλικής εφημερίδας Liberation
της επαύριο της 19ο
Η εξέγερση της λιτότητας 
Ενας νεκρός! Πριν απ’ οτιδήποτε άλλο ένας νεκρός. Της λιτότητας, της κρίσης, της καταστολής. Ο πρώτος νεκρός του μεσοπρόθεσμου. Ενας διαδηλωτής που δεν γύρισε σπίτι του. Δεν πυροβολήθηκε! Σύμφωνοι, επέλεξε όμως να τον βρει ο θάνατος εκεί που τον βρήκε! Ορθιο! Διαμαρτυρόμενο γι’ αυτά που συμβαίνουν. Να απαιτεί μια καλύτερη ζωή. Τη ζωή του. Σε λάθος μπλοκ για κάποιους και για μένα ίσως. Πάντως στο δρόμο! 

Στους δρόμους!

Στους δικούς μας δρόμους ο δικός μας νεκρός! Ο νεκρός της λιτότητας. Ο νεκρός των αγώνων μας.

Κι ας παρεξηγηθεί το ΚΚΕ. Το έχει ξανακάνει άλλωστε. Είναι παραξηγιάρικο. Ετσι είχε παρεξηγηθεί και με τον Αρη. Χρόνια πολλά ήταν παρεξηγημένοι. Τσακωμένοι με τον πεθαμένο. Τσακωμένοι με τον ήρωα. Τους ξύνιζε! Τους ζάβωνε που το κάδρο του κοσμεί τα σαλόνια των αγώνων. Γιατί εκεινού κι όχι του Μανδρέκα που είναι και πιο κούκλος, λέμε τώρα. Και σαν τις γριές τις θρήσκες είπε ότι τώρα που φτάνει το τέλος, γιατί το βλέπει, ας συγχωρεθώ και με τον Αρη. Και τον συγχώρεσε. Μισό όμως! Τον αποκατέστησε πολιτικά κι είπε : «είχε δίκιο ο Αρης η Βάρκιζα ήταν λάθος» αλλά στο κόμμα δεν τον ξαναέγραψε γιατί λέει παράκουσε τη μαλακισμένη διαταγή. Γιατί η διαταγή μαλακισμένη ξεμαλακισμένη διαταγή είναι. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός. Ο λόγος της ύπαρξης. You are my destiny.

Γι’ αυτό κι όσοι έχουν πάρε δώσε με άλλου είδους κέρατα όπως κάτι άμεσες δημοκρατίες και κάτι τέτοια αυτοί φίδια κολοβά. Προβοκάτορες! Δεν έχουν σχέση με τους λαΪκούς αγώνες, με την εργατική τάξη. Είναι όλοι πρώην πασοκτζήδες μετανιωμένοι που αντί να πάνε στην Παναγία της Τήνου να εξομολογηθούνε πάνε μέχρι το Σύνταγμα και κάνουνε μετάνοιες. Και τα δακρυγόνα δεν τα πετάει η αστυνομία στην Οθωνος γι’ αυτούς αλλά για να χτυπήσει ευθέως το ΠΑΜΕ που είναι στη Χαλυβουργική εκείνη την ώρα και περιφρουρεί την απεργία. Αυταπόδεικτα πράγματα δηλαδή.
Σούρτα φέρτα όμως ο κόσμος τους, άλλος γιατί πήγε ο ξάδελφός του άλλος γιατί κατέβηκε ο ίδιος στο Σύνταγμα με τα πολιτικά (κι είδα πολλούς παλιούς φίλους) άρχισε η γρίνια. Και σου λέει τι να κάνω τι να κάνω. Κάτσε με ένα σμπάρο να χτυπήσω δυο τρία τριγώνια.

Πρώτον να βουλώσω κανένα εσωτερικό στόμα ότι είμαστε κι εμείς στο Σύνταγμα αλλά όχι όπως οι άλλοι οι καραγκιοζηδες του ΣΥΝ αλλά κομιλφό.
Δεύτερον θα δείξω για μια ακόμη φορά ότι όταν αλλάξει η εξουσία χέρια δεν θα σπάσει τζάμι. Θα βγει η Βαρδινογιάνναινα στην πόρτα με το δίσκο με τις τσικουδιές και θα πει. Μπουγιουρούμ κι ελάτε να τα πάρετε και πάρτε κι ένα κέρασμα. Γιατί όταν περιφρουρούμε εμείς ρουθούνι δεν ανοίγει και κανείς δεν τολμάει να μας αγγίξει.
Τρίτον και το κυριότερον. Θα δείξουμε πίστη στο πολίτευμα. Οσο είμαστε εμείς στο δρόμο τη Βουλή, το ιερό και το όσιο της αστικής δημοκρατίας, το ναό μέσα στον οποίο ψηφίστηκε το άγιο μεσοπρόθεσμο δεν θα τον αγγίξει κανείς,. Από το πτώμα μας.

Εστειλε τις προσκλήσεις λοιπόν δυο τρεις μέρες πριν να ξέρει κι ο κόσμος ότι εκείνη τη μέρα το Σύνταγμα είναι δικό του, μην τύχει και χορέψει κανείς πάνω στη δική του παραγγελιά και πήρε θέση όχι μάχης αλλά ακαμψίας. Πλήρους ακαμψίας.

Με κώλο τη Βουλή, η περιφρούρησή του συμπαγές τείχος προστάτευε πρώτον το δικό τους κόσμο μην τύχει κι έλθει σε επαφή με τίποτις μιάσματα σαν την ομοσπονδία των δασκάλων, καμιά ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κολλήσει τίποτε AIDS και για το ΣΥΡΙΖΑ είχανε ειδικά απολυμαντικά μαντηλάκια αυτά που είχαν βγει για τη γρίπη των χοίρων. Μην πει κανείς κιχ. Τον δάγκωσα. Η ίδια έγινα μάρτυρας των ειρωνικών τους σχολίων, του τρόπου που η περιφρούρηση αντιμετώπιζε όλους τους εκτός μπλοκ ΠΑΜΕ. Χειρότερα απ’ όσο αντιμετωπίζουμε τους μπάτσους. Η ίδια. Πασοκτζού μ’ ανεβάζανε πασοκτζού με κατεβάζανε. Δηλαδή οι εκτός των τειχών το λιγότερο παλιαδελφάρες. Όπως το λέω. Και ξαναλέω μην πει κανείς κιχ.

Την πρώτη του διημέρου σε κουβέντες μαζί τους τους έλεγα,  ας πούμε. Θα καθίσετε εδώ σήμερα μην την κάνετε πάλι! Εδώ να τους ρίξουμε! Κι η απάντηση ήταν ειρωνικότατη. Εμείς γουστάρουμε να τους ρίξουμε αύριο.

19 Οκτώβρη επίθεση στο πλέγμα 
Φάτε την. Και φάτε την χοντρά. Μέχρι το λαιμό.

Η ζωή είναι πουτάνα κι αλλιώς τα θέλει. Κι η κατάσταση είναι εξεγερσιακή,

Κι αυτό πάθατε μανδρεκέοι. Που δακρυγόνο δεν έχετε δει ούτε στο σινεμά!!

Η κατάσταση είναι εξεγερσιακή. Κι όποιος δεν το βλέπει κακό του κεφαλιού του κι ας πρόσεχε.

Ξανά: Η κατάσταση είναι εξεγερσιακή. Βήμα βήμα για να τα ξεκαθαρίζουμε και θα επανέλθουμε στο μανδρεκέϊκο.

Μετά το ζοριλίκι της 5 Μάη στο πρώτο μνημόνιο ξαναβάλαμε την ουρά στα σκέλια κι όλοι λέγανε «μας πήρε από κάτω». Τέλος! 
24 Μάη οι πλατείες ήταν μόνο με τα περιστέρια και 25 Μάη πλημμύρισαν. Από κόσμο, από νιάτα, από μάτια, από ιδέες, από μαχητικότητα. Από Δημοκρατία. Ε ρε γλέντια! Και πήγαμε στο μάχη για το μεσοπρόθεσμο με τραγούδια. Και με σχέδιο.  Και τη φάγαμε. Για χίλιους λόγους εκ των οποίων ο 1ος η καταστολή. Και ξανά η ουρά στα σκέλια και ξανά οι καλοθελητές. Δεν πάμε πουθενά. Χάσαμε. Αυτός ο κόσμος για να ξαναμαζευτεί θέλει 5 χρόνια και άλλες μην πω. Δεν καταγράψανε όμως οι απαισιόδοξοι στο μυαλό τους μια λεπτομέρεια, Μικρή αλλά σημαίνουσα. Ότι όλοι τότε κάναμε ένα κλικ μπροστά. Οποιος δεν είχε βγει στο δρόμο βγήκε, όποιος έβγαινε αλλά δεν έπαιρνε πέτρα πήρε, όποιος έπαιρνε πέτρα πήρε καδρόνι κι όποιος έβλεπε μπάτσο κι άλλαζε πεζοδρόμιο γύρισε πίσω μες το δακρυγονίδι δυο και τρεις και παραπάνω φορές. Και το κυριότερο, όποιος ανταρσίτης συφίλιαζε με το συριζαίο τον πήρε αγκαλιά και τον έβγαλε έξω για να πάρει ανάσα. Αγκαλιά. Τα ξεχάσαμε λοιπόν αυτά κι οι γρουσουζαραιοι αρχίσανε τα χάσαμε. Και πάει και βάϊ βάϊ.



Και ήρθε η 19 Οκτώβρη. Που παραμονή λέγανε. Ε! άμα μαζευτούμε καμιά 30ριά χιλιάδες θάμαστε ευχαριστημένοι. Και τι να λέμε. Τέτοιο κόσμο η Αθήνα είχε να δει από την πρώτη πορεία του Πολυτεχνείου μετά τη Χούντα. . Και τελειώνει αυτή η μέρα. Με καταστολή αλλά και συγκρούσεις. Και ξανά το τροπάριο. Αύριο δεν θα κατέβει κανείς. Κι έρχεται και η 20η και γεμίζουν πάλι οι δρόμοι. Κι εκεί δεν έχει κουβέντα. Αφήστε το επεισόδιο με το ΚΚΕ και τους αναρχικούς. Κάντε ότι το ξεχνάτε. Δεν το ξεχνώ αλλά προσωρινά, για την κουβέντα. Η καταστολή ήταν από τις πιο βίαιες αλλά και οι συγκρούσεις από τις πιο σφοδρές. Κι όποιος είχε μάτια θα έβλεπε ότι οι συγκρούεις δεν ήταν μόνο με συνήθεις τύπους. Είδα 40ρηδες με ακάλυπτο πρόσωπο και το στυλιάρι από φτυάρι στο χέρι. Βιοπαλαιστές. Με φανερή την αγωνία στο πρόσωπο. Την απόγνωση και την απόφαση. Μίλησα μαζί τους. 18 μήνες άνεργος με δύο παιδιά. 20 μήνες χωρίς μεροκάματο με μωρό Θα τους φάω μου είπε. Εξαιρέσεις θα μου πείτε. Δείγμα από το μέλλον λέω εγώ. Τοιμαστείτε. Από το άμεσο μέλλον. Η κατάσταση στις 20 ήταν εξεγερσιακή. Το επεισόδιο στις παρυφές του ΚΚΕ δεν ήταν το μέτρο. Κυριάρχησε για πολλούς λόγους αλλά σκύψτε και δείτε και τα πέριξ.

Μην βαυκαλιζόμαστε στην ζεστή μητρική αγκαλιά του δεν γίνεται τίποτε. Κάθε μέρα θα είναι πιο κοντινή στη μέρα που η ανάγκη θα βγει στους δρόμους. Κι η ανάγκη είναι θηρίο ασυγκράτητο. Δεν είναι ιδεολογία που σε βγάζει στο δρόμο και μετά έρχονται τα υπαρξιακά και σε κάνουν κάπως και μετά τα οικογενειακά και τα δεν μπορώ άλλο τη διάσπαση και την έλλειψη ενότητας. Χέστηκε η ανάγκη και για την φιλοευρωπαϊκή στάση του συνασπισμού και για το πολιτικό υποκείμενο και για τη φοράδα στο αλώνι και για την τύφλα στα μάτια μας. Η ανάγκη και η φτώχεια θα βγουν στους δρόμους και θα πουν: ήρθαμε για να μείνουμε. Κανονίστε. Γι’αυτό γανιάζω κάθε μέρα να λέω ότι θα νικήσουμε. Γιατί κάθε μέρα και περισσότερος κόσμος παρατάει τις αυταπάτες, φεύγει από την ομηρία των κομμάτων όχι από ιδεολογία αλλά γιατί αυτά αυτή τη στιγμή δεν έχουν τίποτε να του δώσουν πια, και δεν έχει που να πάει παρά μόνο τους δρόμους. Προχτές η προτελευταία ομάδα που εγκατέλειψε το Σύνταγμα ήταν το ταριφάτο. Χαμένοι από χέρι οι πιο νταντεμένοι απ’όλες τις κυβερνήσεις. Καπιταλισμός κύριε.

Και η ενότητα θα μου πείτε; Το περίφημο πολιτικό υποκείμενο που το ακούω και βγάζω φουσκάλες. Την ενότητα έτσι όπως την διαπραγματεύονται οι ηγεσίες της αριστεράς ξεχάστε τη για τους  εξής λόγους. Πρώτον οι ηγεσίες της αριστεράς όλες ΟΛΕΣ είναι για τα σκουπίδια. Και, δεύτερον, όπως είναι η κατάσταση μες τα κόμματα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διαιώνιζει τη γεύση της ήττας.

Θέλει άλλα κόλπα. Και τι κάνουμε; θα μου πείτε. Αυτό που κάνουμε θα σας πω. Θα διεμβολίζουμε καθημερινά και με όλους τους τρόπους τα υπάρχοντα κόμματα και σχήματα (και το ΚΚΕ) οι έχοντες κοινωνήσει το κρασί του Συντάγματος. Να δημιουργούμε οριζόντια δίκτυα  επικοινωνίας μεταξύ αγωνιστών που βλέπουν στον ορίζοντα κάτι καλύτερο και έχουν επίγνωση ότι αυτή η αριστερά δεν νικάει. Αλλά η νίκη έρχεται και πρέπει να την προϋπαντήσουμε. 
Και το ΚΚΕ; θα μου πείτε θα νικήσει κι αυτό; Αυτό τι να σας πω μάλλον δεν το ενδιαφέρει η νίκη.. Αλλά κι εμείς ξέρουμε να ξεχωρίζουμε τους λαΪκούς αγωνιστές από τους μανδρεκαίους. Φαίνονται απ’ τα μάτια. Μαζί μας θα έλθουν. Κάποια στιγμή. Αλλά το ΚΚΕ ως μηχανισμό θα το βρούμε μπροστά μας. Ανάχωμα. Θα προσέχει να μην σπάσει το τζάμι της βαρδινογιάνναινας.

Κι ένα τελευταίο που δεν θα άντεχα αν δεν το ‘γραφα. Την ώρα της Νίκης ο Αρης από κει που είναι θα μας χαμογελάει. Κι όσο για την απόφαση της αποκατάστασής του θα την βλέπει κείνη την ώρα και θα κρατάει το αριστερό του @@άρι. Για να κάνει ομοιοκαταληξία.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Οι Ελευθερίες

@podilatris : Ένα παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ενώ ήταν στο σχολείο, 
επειδή λυποθήμησε από την πείνα. 
Από την ΠΕΙΝΑ ρε... εχω παθει σοκ!!!!

Ο Ντεσπεράτος, τον φώναζε ο Αποστόλης. Μάταια κάθε φορά τον διόρθωνε ότι δεν είναι ντεσπεράτος και δεν κλείνεται. Είναι ξένο! Ντεσπεράντο, ο άπελπις του έλεγε! Στα παλιά μου τα παπούτσια μάστορα του απαντούσε. Ολους τους έλεγε μαστόρους. Είκοσι πέντε χρόνια στο μηχανουργείο με λίγα γράμματα αλλά μυαλό! Φςςς! Πως δεν πήγες σχολείο; Πήγα αλλά σταμάτησα! Δεν τα έπαιρνα.
Αυτό το δεν τα έπαιρνα τον θύμωνε τρελά. Χρόνια σπουδές στα παιδαγωγικά κι εδώ και στο εξωτερικό. Γαλλία, Φινλανδία και πάλι Γαλλία και μετά πίσω και μετά σκατά. Στα φροντιστήρια! Κάθε μέρα και χειρότερα. Ντεσπεράντο. Το παρατσούκλι αυτό του το είχανε κολλήσει στο Παρίσι. Ανακατεμένος με το γκοσαριό με απόψεις πάντα πολύ προοδευτικές, κατά τη γνώμη του, αλλά πάντα με μια μίρλα. Τίποτε δεν γίνεται, η αριστερά δεν προκόβει... Δεν θα πετύχουμε ποτέ, αυτό δε γίνεται, εκείνο είναι ανέφικτο κι έτσι του κολλήσανε το απελπισμένος. Το μόστραρε κι αυτός γιατί ως παρατσούκλι ήταν καλή γκομενοπαγίδα. Τον πιάνανε διάφορες να τον παρηγορήσουνε και όλο και κάτι ξερόγλυφε. Μέχρι που εμφανίστηκε η Ελευθερία. Εκεί μπήκε τελεία. Από ντεσπεράντο έγινε ορντινάτσα της Λευτερίτσας και το κυριότερο του άρεσε. Δεν την άφηνε βήμα. Στα μάτια. Και τί μάτια! Σαν ανταριασμένος ουρανός. Στροβιλίζανε μέσα τους στα σύννεφα όπως όταν έχει σοροκάδα. Κι ένα χαμόγελο λίγο λοξό. Α ρε Ελευθερία, είπε δυνατά. Ο Αποστόλης τον σκέπασε με το μπουφάν και του έφτιαξε την πετσέτα που είχε για μαξιλάρι. Κοντεσίνα σ’ έχω δάσκαλε, κοντεσίνα. Τρίτη ημέρα που δεν είχαν πάει σπίτια τους. Πόλεμο κάνουμε μάστορα, πόλεμο, του έλεγε. Τρεις μέρες είχαν αναλάβει αυτό το οδόφραγμα. Ηταν το πίσω μέρος του Παντείου όπου αποθήκευαν διάφορες προμήθειες που κουβαλούσε ο κόσμος από τις από κει γειτονιές για το κέντρο και γίνονταν και ορισμένες συνελεύσεις και συντονιστικά που ήταν αδύνατον να γίνουν στους δρόμους. Περνούσαν κι άλλοι. Πολλοί είναι η αλήθεια. Αλλά αυτό το είχαν αναλάβει προσωπικώς.
Προσωπικώς επαναλάμβανε κι ο Αποστόλης. Που τη βρήκαμε την πετσέτα; Την έφερε μια κερία από απέναντι μαζί με το φαί που χλαπάκιασες το μεσημέρι. Ωραία; Μμμ! Μισότριβη. Εσύ όλες μισότριβες τις λες. Από εφόδια; Κάτι φέρανε οι κοπέλες του Παντείου όμως μέχρι εδώ δεν θα φτάσουνε. Θα φτάσουνε! Φαλάγγι θα μας πάρουνε. Τι φαλάγγι ρε ντεσπεράτε! Εδώ τους έχουμε κάνει τα μούτρα κρέας. Τρεις μέρες αδειάζουνε απάνω μας όλα τα ληγμένα του Ισραήλ και πίσω δεν κάνει κανείς. Ο ένας δρόμος αδειάζει ο άλλος γεμίζει. Γι’ αυτό σε λένε ντεσπεράτο γιατί δεν πιστεύεις. Εδώ ρε έχουμε μπροστά μας τα καινούργια κι εσύ κοιτάς πίσω στις Γαλλίες. Εδώ σε λίγο φεύγουνε κυνηγημένοι κι όλα θα είναι δικά μας. Και τότε να δεις!
Το τηλέφωνο τώρα τι το κοιτάς; Ότι θα δουλέψει. Τώρα θα το δουλέψουμε με μανιατό για σένα για να μιλήσεις με το κορίτσι. Κινητή τηλεφωνία με μανιατό χασκογέλασε και τον έσπρωξε. Τηλέφωνα γιοκ κι όσοι πέρασαν το ίδιο είπαν. Μόνο σε ορισμένες γειτονιές πιάνει κι αυτό όχι όλες οι εταιρείες. Μόνο σταθερά! Να άντε χτύπα αυτήν την πόρτα και πες να κάνω ένα τηλεφωνάκι στο Παρίσι μισό λεφτό; Δεν είναι στο Παρίσι. Ερχεται! Μπορεί να έχει έρθει. Πως θάρθει ρε Ντεσπεράτε.; σ’ όλα σου αρνητικός και σ’ αυτό αισιόδοξος. Το ξέρω έρχεται. Είναι στο δρόμο. Δεν έρχεται για μένα. Ερχεται γιατί είναι γιατρός. Και με τα πόδια άμα χρειαστεί θα έρθει
Πότε την ειδοποίησες; Είναι ειδοποιημένη. Μαθαίνει τα πάντα. Την ξέρω. Αλλά άφησα μήνυμα και στον αδελφό της ότι είναι ανάγκη. Είναι η ώρα. Κι εσύ πως το ξέρεις ότι είναι η ώρα; εσύ μας έχεις γανώσει το κεφάλι ότι δεν θα γίνει τίποτε και τη μάχη τη δίνουμε για την τιμή των όπλων. Οτι θα χάσουμε. Από το μεσοπρόθεσμο σε θυμάμαι. Στην πρώτη τη γραμμή, 48 ώρες στο χημικό, αιμόπτυση έκανες στη Διονυσίου Αεροπαγίτου αλλά το όλο λάθη κάνουμε στο στόμα. Κι αφού θα χάσουμε τί κάθεσαι και κάνεις αιμόπτυση και δεν πας σπιτάκι σου; Αφού υπάρχουν τόσα λάθη γιατί να κάνουμε τα ίδια με ρώτησες το πρώτο βράδυ. Δύσκολα Απόστολε, είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν την ελέγχουμε την κατάσταση. Συντονισμός μηδέν Κι όλος αυτός ο κόσμος που ο καθένας είναι στο δρόμο για άλλους λόγους ο καθένας … Εδώ στον ισπανικό με τέτοια οργάνωση, με στρατιωτική πειθαρχία, με τις διεθνείς ταξιαρχίες και είδες. Τί είδα ρε μαλακοπίτουρα που έβαλες πάλι την κασέτα με τον ισπανικό. Τί είδα; Τί σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; Αντε πέσε να ξεραθείς μήπως έρθει η κυρία εκ Γαλλίας να σε βρει φρέσκο. Αύριο θα πας να κάνεις μπάνιο και να ξυριστείς. Σειρά σου. Που; Εκεί που πήγα εγώ σήμερα. Στης γιαγιάς. Να δεις περιποίηση η γυναίκα. Δεν στάπα γιατί εκείνη την ώρα είχες υψηλή ρητορική με τους άλλους τους τζερεμέδες τους συριζαίους. Γρουσουζεύατε πάλι όλοι μαζί. Η νομίζεις ότι δεν σας άκουσα. Πήγα που λες στη γιαγιά και μου έδωσε πετσέτες της ώρας. Μυρίζανε κανέλα. Λεβάντα ρεεεεε: Κανέλα ρε μαλάκα κανέλα σου λέω. Στέγνωσα και τα εσώρουχα μ’ ένα πιστολάκι. Με κυνηγούσε να μου δώσει και φαϊ αλλά δεν πήρα. Είδα το σπίτι και κατάλαβα. Μόνο ένα γλυκό βύσσινο. Δασκάλα μου είπε. Δυο παιδιά και μια εγγονή κι απ’ ότι κατάλαβα όλοι στους δρόμους. Ουφ! Γύρισα να στα πω αλλά η συνέλευση επί του οδοφράγματος άργησε να πάρει τέλος. Δεν μαλλιάζει η γλώσσα σας ήθελα νάξερα. Μη γελάς. Και που τους θυμόσαστε όλους αυτούς τους πεθαμένους και τους ξεθάβετε κάθε φορά. Και καλά Λένιν και τέτοια τα ξέρω κι εγώ! Αλλά εκείνους τους γκράμσηδες και τους μπακούνηδες. Και σε ώρα δουλειάς! Τί δουλειά ρε Αποστόλη ; Τί δουλειά; Δουλειά είναι δάσκαλε. Δουλειά. Η πιο σοβαρή. Να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα να κοιτάς τί γίνεται και να περιμένεις. Εγώ μ’ αυτό διαφωνώ με το να περιμένεις. Η συνεννόηση είναι συνεννόηση. Εδώ είπαμε. Εδώ φυλάμε. Ρε εμπρός λαέ μη σκύβεις το κεφάλι ο μόνος δρόμος είναι βενζινα και μπουκάλι. Ρε Αποστόλη ! Καλά ντε!! Μια κουβέντα είπαμε.
Πέφτω δάσκαλε πέφτω καμιά ώρα και βλέπουμε.
Ξέσφιξε ο Αποστόλης τα κορδόνια από τα αθλητικά και έπεσε πάνω στο στομάχι του Ντεσπεράντο. Αυτός κοιτούσε τ’ αστέρια. Πως γίνανε όλα τόσο γρήγορα. Μήνες μετά το μεσοπρόθεσμο κι ερχότανε η μια κατραπακιά πάνω στην άλλη. Χαράτσια καινούργια, μειώσεις μισθών, ανεργία παντού. Οποιον συναντούσες χωρίς δουλειά. Δεν κουνιότανε φύλλο όμως. Εκείνο το Σύνταγμα είχε στοιχειώσει. Κάτι ψοφοαπεργίες από εδώ και από κει αλλά … Οι καταλήψεις στα πανεπιστήμια άδοξο τέλος.

Πέραμα 
Το γλέντι άρχισε από το Πέραμα. Μια μάνα πήγε το παιδί στο ιατρείο κι ο γιατρός ρώτησε από πότε έχει να φάει. Από προχτές είπε η μάνα. Μια μερίδα μακαρόνια. Είχε πάρει πολλές φορές την ίδια απάντηση ο γιατρός αλλά αυτή ήταν η σταγόνα. Τα μάτια του οχτάχρονου κοριτσιού τον κοίταξαν με φόβο μόλις σηκώθηκε απότομα. Φώναξε να φέρουν ένα ποτήρι πορτοκαλάδα και μπισκότα. Ζόρισε το παιδί να το πιεί και το μπούκωσε ο ίδιος ένα μπισκότο. Τα υπόλοιπα τα έβαλε στην τσέπη της ποδιάς του. Με το στηθοσκόπιο ακόμη στο σβέρκο βούτηξε το παιδί στην αγκαλιά ξαπλωτό και βγήκε από την πόρτα κλωτσώντας χωρίς να δώσει λογαριασμό ούτε στη μάνα ούτε σε κανέναν. Η μάνα τον πήρε από πίσω ότι ο γιατρός τρελάθηκε. Από την άλλη κάτι της έλεγε ότι κάτι καλό θα γίνει. Ο γιατρός άνοιγε τα κανιά του με το παιδί στην αγκαλιά κι η μάνα από πίσω. Στο δρόμο γνωστοί και άγνωστοι πήραν το ζευγάρι από πίσω.
Ο γιατρός σταμάτησε έξω από το Δημαρχείο και χωρίς να αφήσει το παιδί από τα χέρια άρχισε να ουρλιάζει. Βγες έξω ρε καραγκιόζη που θες να είσαι και Δήμαρχος. Αυτό το παιδί έχει να φάει δύο μέρες! Πες και στ’ αφεντικά σου μας κάνατε Ουγκάντα. Και στην Ουγκάντα τα εμβόλια τα δίνει το κράτος. Εδώ τα κάνατε ιδιωτικά. Είδαμε ιλαρά που την είχαμε δει μόνο στα βιβλία. Οι φωνές του γιατρού μάζεψαν κόσμο. Ενας ένας που καταλάβαινε τι γινόταν ειδοποιούσε. Μαzεύτηκε λαός. Από το Δημαρχείο κιχ. Δυο παράθυρα που ήταν ανοιχτά κλείσανε. Αρχισαν τα συνθήματα. Το παιδί στα χέρια του γιατρού ήταν ήσυχο. Μπορεί γιατί έβλεπε τη μάνα του να μην κλαίει αλλά να κρατάει περήφανο το κεφάλι ψηλά. Μπορεί γιατί τα μπισκότα ήταν γεμιστά.
Κάποιος πήρε μια πέτρα και την πέταξε στην πόρτα. Κάπόιοι άλλοι προσπάθησαν να τον σταματήσουν. Σε δέκα λεπτά ήρθαν τα ΜΑΤ. Εντωμεταξύ ο κόσμος είχε γίνει πια διαδήλωση. Στα ΜΑΤ μπροστά μπήκε η μάνα. Δεν θα χτυπήσετε είπε. Πεθαίνουμε. Πεθαίνουμε της πείνας. Ενας διμοιρίτης την έσπρωξε με την ασπίδα. Τα ουρλιαχτά ακούστηκαν μέχρι τη Σαλαμίνα. Ο κόσμος σάλεψε σαν ένα πράμα. Αρχισε η μάχη. 4 τραυματίες κι η μάνα. Ηρθαν τα κανάλια. Ξένα πρακτορεία,. Κινηματικά μέσα. Η φωτογραφία της Λευτερίτσας έκανε σε μισή ώρα το γύρο του κόσμου στο διαδίκτυο. Σε λιγότερο από δύο ώρες χωρίς τα ελληνικά κανάλια να αναφέρουν τίποτε μόνο με το διαδίκτυο άρχισε να μηρμυγκιάζει το Σύνταγμα. Χωρίς πανό. Ο Λευκός Πϋργος λαός. Πάτρα, Βόλος, Γιάννενα, Μυτιλήνη όπου είχε πανεπιστήμιο πρώτες. Και στις μικρές. Κι έξω από το Λευκό Πύργο ένα μεγάλο πανό Η Λευτερίτσα θα φέρει την Ελευθερία.

Τελειωμό τα πλήθη. Βρέθηκε με τον Αποστόλη που είχαν να βρεθούν από το Μεσοπρόθεσμο, στα σκαλάκια στη διομαδική. Μιλούσε! Αυτός ο πρακτικός, ο πάντα προσγειωμένος δεν μίλησε καθόλου για τα πρακτικά, Είπε μόνο δυο κουβέντες για τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα και μετά άρχισε να περιγράφει το πως θα είναι η καινούργια ζωή. Ενώ μπροστά τους είχαν τη μεγάλη μάχη αυτός έβλεπε από πίσω της. Σαν να ήταν διαφανής αυτή η μέρα, αυτές οι ημέρες. Περιέγραψε την επόμενη. Πως θα ήταν η ζωή. Πως η πρώτη μας δουλειά θα ήταν τα εργοστάσια τροφίμων. Οι αλευρόμυλοι. Η ενέργεια. Η τηλεφωνία. Και τα σχολεία που θα τα βάψουμε χρωματιστά. Είπε ακόμη κάτι και για τη μουσική. Ότι η αρχή θα γίνει με τη μουσική. Κουνούσε το κεφάλι του όσο τον άκουγε. Πάντα αιθεροβάμων. Δεν βλέπει ότι είμαστε κυκλωμένοι. Δεν βλέπει ότι θα μας λιανίσουνε. Κάτι σκαλίστηκε μέσα του όμως. Εκεί με τα χρωματιστά σχολεία. Ολοι στα οδοφράγματα τώρα! τελείωσε ο μάστορας. Ολοι στα οδοφράγματα! έπιασε τον εαυτό του να φωνάζει κοιτώντας τον χωρίς να μπορεί να τον διακρίνει καλά γιατί το απογευματινό φως διυλιζότανε μέσα από τα δάκρυά του.
Δεν χώρισαν τις τρεις αυτές μέρες .Μόνο για κατούρημα.
Που βρισκόμαστε τώρα; Που βρισκόμαστε Και την δικιά μου Ελευθερία θα φέρει η Λευτερίτσα.

Η Λευτερίτσα είναι τώρα 19 χρονών. Πρώτο έτος στη Δραματική Σχολή Αρτας. Στο Πολιτιστικό Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε πέρυσι εκεί.
Ο γιατρός είναι σε αποστολή στην Αφρική. Καλεσμένος της ελληνίδας διευθύντριας μεγάλου διακρατικού οργανισμού που είχε γνωρίσει στο Σύνταγμα.
Ο Ντεσπεράντο ακόμη δεν έχει πιστέψει στη Νίκη. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο κι ακόμη γρινιάζει στην Ελευθερία. Ότι τίποτα δεν γίνεται σωστά!
Η Ελευθερία είχε έρθει. Οδικώς! Τα αεροδρόμια κλειστά. Παρουσιάστηκε στο ΛαΪκο. Το πρώτο Νοσοκομείο που πέρασε στα χέρια των εργαζομένων.

Ο Αποστόλης είναι μάνατζερ στους αυτοδιαχειριζόμενους κυλινδρόμυλους.
Α ρε Απόστολε μόνο εσύ τα πίστεψες. Και μόνο εσύ είχες δίκιο! Σαν να τα είχες δει! Σαν να είχες μπει στη μηχανή του χρόνου!

------------
Ζήτησα μια μέρα από τους διαδικτυακούς φίλους @giopso και @simonleone να μου πουν από μια λέξη και μια φράση κλειδί για να φτιάξουμε ένα κείμενο για το φευγιό τους 
Ο @giopso απάντησε "Η μηχανή του χρόνου" και "Ελευθερία" και 
ο @simonleone απάντησε "Ανταριασμένος ουρανός" και "ντεσπεράντο"


Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

15 Οκτώβρη Ολος ο κόσμος μια πλατεία

15 Οκτώβρη μην κλείσετε τίποτε. Τίποτε γενέθλια τίποτις ριγιουνιονς, τίποτε θα πάω για ψώνια. Εχουμε δουλειά.  15 Οκτώβρη μιλάμε εμείς.
Κυρίως για να τη σπάσουμε στους παναγοπουλαίους και στους Γεσεέδες.
15 Οκτωβρίου στη Συνέλευση των Συνελεύσεων Αντε να την κάνουμε στην πάνω πλατεία αυτή τη φορά παιδιά! Πάμε δυνατά.




Τσε Καπετάνιε, σταυραδελφέ!

9 Οκτωβρίου 1967 στη Βολιβία δολοφονήθηκε ο γελαστός κομαντάντε. Ο καπετάν Τσε. Στο σακίδιό του βρέθηκε, μεταξύ άλλων, ένα σημειωματάριο με ποιήματα. 



Η φωτογραφία αυτή που έγινε το σύμβολο των εξεγερμένων όλου του κόσμου είναι του Alberto Korda. Τραβήχτηκε 5 Μαρτίου 1960  όταν ο Τσε ήταν 31 χρονών,  στην κηδεία των θυμάτων μιας έκρηξης στο Coubre.


Τσε Καπετάνιε
.........................
Μάγουλο μ΄ ανάρια γενειάδα
και την κρεατοεληά του νεαρού άγιου
πάνω σε κεχριμπάρι πρόσωπο.
Φωνή αταλάντευτη πού κουμαντάρει, χωρίς να διατάζει,
που διατάζει συντροφικά, που κουμαντάρει σα φίλος,
τρυφερή φωνή και σκληρή μαζί, σύντροφου ηγέτη.
Κάθε μέρα και σε θωρούμε υπουργό,
κάθε μέρα φαντάρο, κάθε ημέρα
ένα απλό και δύσκολο παλληκάρι
κάθε μέρα.
Κι αγνό σαν ένα βρέφος,
σαν ένα άντρα ακέραιο,
.............................
ΤΣΕ Καπετάνιε!
Σταυραδερφέ!

Απόσπασμα από το ποιήμα "Τσε Καπετάνιε" του Nicolas Guillen σε μετάφραση Στάθη Κανναβού 

Δείτε αυτό το αφιέρωμα 
και δείτε κι αυτό

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Μια ανάσταση προϋποθέτει ένα πράγμα: τον Θάνατο

"Υπάρχει κόσμος που λέει σήμερα : αχ! ας μην την είχα ζήσει ποτέ την Ελλάδα της πρωθυπουργίας τους, του ΔΝΤ τους.
Τι κρίμα.! Γιατί υπάρχει ένα τόσο δυνατό φως!"
Πολύφημος

Η εξαιρετική φωτό tου διαδικτυακού μου φίλου @nikos_kats
είναι από το εξωτερικό του Επικουρειου Απόλλωνα
Αγναντεύει Το Λϋκαιον
Στον βωμό του Διός στο Λύκαιον όρος υπήρχαν δύο χρυσοί αετοί επάνω σε κίονες. Σ’ αυτούς τους αετούς θέλει ο Παυσανίας να πρωτοχτυπούσε ο ήλιος. Και αντανακλούμενες οι ακτίνες στα πολύπλοκα σχήματα των αετών να φωτίζουν το μπρούτζινο άγαλμα του θεού στο Ναό του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες. Πέντε χιλιόμετρα δυτική πορεία έκανε αυτό το φως για να πείσει τους βοσκούς της Ηλείας ότι ο ήλιος βγήκε στην Αρκαδία και άρα θα ανατείλει για όλους.

Εκεί είμαστε τώρα! Η πρώτη πρώτη αχτίδα έχει χτυπήσει την πιο μικρή φτερουγίτσα την ακριανή του αετού. Ξημερώνει…

Ερχεται το φως! Φεύγει η νύχτα!

Ερχεται η ανάσταση! Τελειώνει το καθεστώς του θανάτου που βιώνουμε χρόνια τώρα.

Τόσα χρόνια η ίδια ιστορία.
Υποσχέσεις, βολέματα, μπαγαποντιές, κληρονομικά συμφέροντα.
Υπνοβάτες είμαστε με ανοιχτά τα μάτια. Βλέπουμε, βλέπαμε ποιοι έδιναν τις υποσχέσεις, ποιοι βολεύονταν, ποιοι ήταν οι μπαγαμπόντηδες.
Πάντα ήταν γνωστό σε όλους.
Ηταν και είναι οι τύποι στα μπαλκόνια, στα πρώτα τραπέζια πίστα, στις ορκομωσίες των διαδόχων τους στα Χάρβαρντ και στα Κέϊμπριτζ. Στα καφέ του Κολωνακίου. Στα Καζίνο και στις κοσμικές σελίδες! Φιλόπτωχες σουσουράδες με τουαλέτες σινιέ και οξεία ανεγκεφαλίτιδα!
Ηταν και είναι οι κουστουμαρισμένοι ψαλιδόκωλοι που μας κουνάνε το δάχτυλο από τις τηλεοράσεις για να είμαστε λιτοί αυτοί που θέλουν ένα χρονιάτικο δικό μας για ένα μπουκάλι σαμπάνια βεβ κλικό του ’67 για να ρευτούνε την ξυνίλα που τους φέρνουμε.
Ηταν και είναι αυτοί που και τα μανιτάρια θα ζήλευαν την ταχύτητα που τα ακίνητά τους ξεφύτρωναν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αντικαθιστούν τα δάση μας με βιλάρες με ψηλούς φράχτες για να μην τους φτάσει το φτυσιό μας. Μας κρύβουν τη θάλασσα πίσω από τους τοίχους που προστατεύουν τις πισίνες τους. Περνούν με τα ελικόπτερά τους πάνω από τα κεφάλια μας ντάλα μεσημέρι για να πάνε στην Πάτμο για ψάρι, στη Μύκονο για το πάρτι.

Αρχιτέκτονες του θανάτου μας! Λεχρίτες! Η απληστία τους έκανε τις ζωές μας Θάνατο.

Τους ευγνωμονούμε όμως γι’ αυτό! Γιατί  σ’ αυτήν τη θανάτια τάφρο έπρεπε να φτάσουμε για να έλθει η ανάσταση.  Ευγνωμονούμε σε Γιωργάκη Παπανδρέου που μας έφερες στο πιο βαθύ έρεβος του ΔΝΤ. Που έκαψες όλες τις γέφυρες με το παρελθόν των ψευδών υποσχέσεων για μια λιγότερο μίζερη ζωή. Μέχρι τώρα στο καθεστώς θανάτου αυτό μας έφτανε. Ενας λίγο πιο βολικός θάνατος. Τώρα όμως δεν μας φτάνει.

Τώρα θ’ αναστηθούμε. Σαν τον φοίνικα που ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες. Από τις στάχτες κι εμείς θα ξαναγεννηθούμε. Από τις στάχτες των γεφυρών του παρελθόντος που καίγονται, των υπουργείων της υποτέλειας και της κλοπής. Θα αναστηθούμε! Θα σπεύσουμε πριν ο άνεμος σκορπίσει τη ζωογόνα στάχτη. Και με τα γυμνά μας πόδια θα σβήσουμε τα τελευταία αποκαϊδια από τα συντρίμια μιας κοινωνίας που δεν ήταν ποτέ δική μας αλλά που την ποτίζαμε με το αίμα μας. Με πυροστασία ούτε καν με πυροβασία.
Ορθιοι θα στεκόμαστε πάνω στα αποκαΪδια της προσωπολατρείας, του κληρονομικού δικαιώματος, του ψέμματος και της ατιμίας και θα αγναντεύουμε τις πρώτες αχτίδες της αλήθειας, των συναισθημάτων μας.

Το φως!

Το φως που θα λούσει τις ζωές μας! Θα λούσει ακόμη κι αυτούς που σήμερα εύχονται να μην είχαν ζήσει αυτήν την εποχή. Εύχονται την ανυπαρξία τους. Κυρίως αυτούς.

Τόσο δυνατό! Φως αναστάσιμο. Μυρίζει ! Δεν το μυρίζετε; Προειδοποιεί! Όπως προειδοποιεί εδώ και αιώνες ή άνοιξη στις Κυκλάδες λίγο πριν έρθει. Λίγο πριν τις γιορτές του Αδωνη. Του αναστημένου θεού.
Ερχομαι, λέει το φως το ιλαρό, νάμαι! Δες με κι είμαι εδώ!
Μια μικρή μου αχτίδα φώτισε πρώτα μια κοπέλα στο Σύνταγμα που είχε ντυθεί ειρηνοποιός. Αντικατοπτρίστηκε και πολλαπλασιάστηκε στην αλληλεγγύη του μααλόξ. Πέρασε από τα μάτια μιας γκαρσόνας που μια κουρελιασμένη λαχειοπώλις της ζήτησε ένα ποτήρι νερό σε μια κυριλε μπρασερί κι εκείνη την κάθισε στο τραπέζι και τη σέρβιρε σαν την καλύτερη πελάτισσα. Μπροστά μου. Καθρεφτίστηκε η αχτίδα στο ποτήρι το νερό και πέρασε απέναντι. Στο ποιήμα του Μανόλη Πολέντα.
Ερχεται το φως ιλαρόν! Ηρθε η ευκαιρία νάτη! Θα την αδράξουμε. Θα επιλέξουμε τη σωτηρία του αντί τις στάχτες!
Δεν πέθανε η ελπίδα μας! Δεν πεθαίνει ποτέ! Ούτε τελευταία ούτε προτελευταία ούτε ποτέ! Απλώς περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία. Ακόμη και τα ψάρια που τσιτσιρίζονται στο τηγάνι ελπίζουν. Και μια φορά από την ελπίδα ζωντάνεψαν κι γύρισαν στο νερό. Κολύμπησαν μισοτηγανισμένα.
Κι εμείς θα κολυμπήσουμε στο φως.
Στο φως που θα φωτίσει το νέο μας αστικό κώδικα, ποιητή, τις περικοκλάδες έξω από τα χρωματιστά σχολεία, τα καινούργια σχολικά βιβλία που απέξω θα έχουν τον Αδωνη να ανασταίνεται στις Κυκλάδες, τα νοσοκομεία μας που θα είναι χώροι ανακούφισης και έρευνας κι όχι κρεματόρια δυστυχίας των πολλών και πλουτισμού των λίγων αχρείων.
Θα φωτίσει τα χέρια που θα σηκώνονται στις λαΪκές συνελεύσεις σαν αχτίδες στο στέμμα του Φαέθοντα.
Θα φωτίσει τα ερευνητικά μας κέντρα, τα ζευγάρια που θα κάνουν στους δρόμους μαραθώνιους φιλιού, τους χορευτές του τάνγκο στους δρόμους του Μπουένος Αίρες.
Και μια μικρούλα παιχνιδιάρα αχτίδα θα περάσει και θα φωτίσει τα κεφάλια των γαποδίποδων παπανδρεοβενιζέλοπαπακωνσταντιναίων που θα είναι κρεμασμένα λάφυρα στην αίθουσα τελετών του Πολιτιστικού Πανεπιστημίου της Αρτας. Και την μπρούτζινη ταμπέλα από κάτω που θα λέει! «Αφιερωμένα στους 30 που ξεκίνησαν τις πορείες στην Αρτα».

Θα φωτίσει τον πολύτιμο Πολύφημο που θα μισοκλείσει το ένα και μοναδικό του μάτι και θα πει. Δεν είμαι πια μονόφθαλμος στους τυφλούς! Βλέπόυμε όλοι μαζί. Βλέπουμε το μέλλον!

Νάτη η πρώτη αχτίδα! Χτύπησε στο χρυσό φτερό του αετού! Κουδουνίζει! Δεν την ακούτε;

-----------------------
Από ένα μπουκάλι κρυστάλλινο πλουμιστό βγήκε εχτές ένα θεόρατο πανέμορφο τζίνι. Μου έκλεισε το ένα και μοναδικό του μάτι και με ρώτησε : Αν ήσουν ο Πολύφημος τί θα έγραφες; Την ίδια ώρα από το ίδιο μπουκάλι βγήκε μια μεστωμένη νεράϊδα έκλεισε το μάτι στον Πολύφημο και του είπε :Αν ήσουν η Αίθρα τι θα έγραφες;

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Ας λήξουν

Χαιρετώ σε άγιο Σύνταγμα που έβαλες στα πολιτικά μας κείμενα τους ποιητές.
Που έκανες φόντο στις αφίσες μας την ψυχή των ποιητών μας.
Χαιρετώ σε !

alt
Το ποιήμα που βλέπετε στο φόντο της αφίσας είναι στο παρακάτω βίντεο.
Ο ποιητής, ο οποίος συγκλονίζει και με την απαγγελία του είναι
ο Μανόλης Πολέντας
Η μουσική και το video είναι του @risinggalaxy
και η αφίσσα φιλοτεχνήθηκε από τον φίλτατο Γιώργο Δομιανό
Ακούστε το


Το αφιερώνω με τη σειρά μου στα
... παληκάρια που ψήνονται όλη μέρα
κι όλη νύχτα απαιτούν τον κόπο τους
και δεν νοιάζονται για αποταμιεύσεις
και ξαναψήνονται την άλλη μέρα
και διατηρούνται νέοι μόνο για να αγαπούν
και δίνουν τον κόπο τους σε ένα ζεΪμπέκικο
_____________
Αναρτήθηκε χάριν της παρατηρητικότητας και ευαισθησίας της φίλης μου Σίλιας Doltsevito

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Οπως ο Γιούνες της Αριάγνης

- Τα πράγματα τα φύλαξε ο Γιούνες, του λέει … Είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης
- … θα τρελαθώ να ξέρω πως μου τα φυλάει ένας αράπης, που δέχεται να τον ταϊζουν δυο γυναίκες, που αφήνει το παιδί του γυμνό, που τον είδα να στριφογυρίζει και να γαυγίζει …
- Κακομοίρη, πάλι δεν κατάλαβες. Με ποιους θέλετε να την κάνετε; Μόνοι σας; Κι αυτοί; … Ρωτάτε πως κατάντησαν εκεί που τους βλέπετε ; Ισως αυτοί να τη θένε πιο πολύ από σας. Γιατί; Μα για να ξαναγίνουν άνθρωποι….
- Μα ένας Γιούνες, ένας Ρίτσαρντς έχουν αδυναμίες, δεν αντέχουν στον πειρασμό, στα βασανιστήρια …
- Κι αντέχετε εσείς; Αντέχετε όσπου να λυγίσετε. Αντρες … Θέλω να τους δω να βαστούν όχι μια μέρα, όχι ένα μήνα, μα εικοσιτρία χρόνια, σαν το Γιούνες.

Στρατή Τσίρκα ΑΡΙΑΓΝΗ – Κέδρος σ. 263

Ο πειρασμός να διχαστούμε σε πρωτοπόρους και πλέμπα είναι καθημερινά μπροστά μας και μας γνέφει με το μεσαίο του δαχτυλάκι. Είναι αλήθεια πολύ δελεαστικό να αυτοτοποθετηθούμε σε έναν πλανήτη 5.000-6.000 ατόμων (*) που έχουν δει την αλήθεια . Η διαμονή σ’ αυτόν τον πλανήτη μας βγάζει από τις απελπιστικές ενοχές. Οτι κάτι κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε αυτή τη σαπίλα. Δυστυχώς όμως υπάρχουν οι γύρω μας που δεν κοινωνούν από το πρωτοπόρο πνεύμα μας και ποδηγετούν οποιαδήποτε προσπάθεια της κοινωνίας να προχωρήσει. Βάζουν φρένο στη φόρα μας να φέρουμε τα πάνω κάτω και να εγκαθιδρύσουμε ένα καθεστώς δικαίου.
Κι ή ίδια πολλές φορές στο Σύνταγμα ή στην πορεία της 5 Μάη, ας πούμε, που ήταν η αρχή της μεγάλης ανηφόρας που βιώνουμε μπήκα σ’ αυτόν τον πειρασμό και αισθάνθηκα αυτήν την ανακούφιση. Πολλές, πάμπολλες φορές όμως αισθάνομαι ότι αυτή η ανακούφιση είναι πρόσκαιρη. Πρόκειται περί παυσιπόνου και όχι θεραπείας του νοσήματος.
Την ίδια ανακούφιση που αναζητούν αυτοί που βγαίνουν στους δρόμους αναζητούν κι εκείνοι που δεν βγαίνουν ενώ αισθάνονται ότι πρέπει να βγουν βρίσκοντας ως δικαιολογία ότι δεν κατεβαίνουν οι άλλοι. Πάντα οι άλλοι.
Οι άλλοι είναι που παίζουν τις κουμπάρες στο Σύνταγμα στην πάνω πλατεία ενώ εγώ είμαι σοβαρός. Οι άλλοι είναι που παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους προβοκάροντας την ηρεμία της πλατείας που θα έπρεπε να είναι σφουγγαρισμένη για όταν θα αποφασίσω να κατέβω εγώ μαζί με το ένα εκατομμύριο που απαιτείται. Οι άλλοι είναι που φταίνε. Ενας σκατολαός που κλέβει στο ζύγι, που δεν αποφασίζει να μην πληρώσει το χαράτσι αλλά στήνεται ουρές στην Τράπεζα, που δεν αποφασίζει επιτέλους να βγει στο δρόμο για να τους διώξουμε.
Εμείς παναγίες. Είτε είμαστε από την πλευρά των έξω και βρίζουμε τους καναπεδάτους για την απάθειά τους είτε είμαστε καναπεδάτοι και δεν σηκώνουμε τα πόδια μας ούτε για να περάσει η ηλεκτρική σκούπα και βρίζουμε αυτούς που προβοκάρουν τη μεγάλη μέρα της λαοθάλασσας.
Εχω ακούσει χιλιάδες δικαιολογίες στο γιατί δεν βγαίνω:
Συνοψίζω
- Το κίνημα καπελώνεται από τα κόμματα (προτιμάται από πρώην πασόκους)
- Δεν βγαίνουν οι άλλοι
- Οι ειρηνικές διαμαρτυρίες δεν έχουν νόημα πρέπει να πάρETE τις πέτρες
- Τις πέτρες τις ρίχνουν οι προβοκάτορες και η διαμαρτυρία πρέπει να είναι ειρηνική
Τις δύο τελευταίες μπορεί να τις ακούσεις και από το ίδιο άτομο.
Πάντα όμως είναι κάποιοι άλλοι που φταίνε.

Νομίζω ότι ακριβώς αυτή η απαξίωση προς τους άλλους είναι και η αιτία της βαθύτατης κατάθλιψής μας. Γιατί στην ουσία απαξιώνουμε τους εαυτούς μας, την ίδια μας την ύπαρξη.
Είναι πολύ σημαντικό να πάρουμε απόφαση ότι αυτοί είμαστε. Αυτοί είμαστε κι όχι μόνον εγώ είμαι! Κι ακριβώς από αυτό που είμαστε θέλουμε να ξεφύγουμε και να πάμε ένα βήμα μπροστά. Ένα σκαλί πιο πάνω. Όπως ο Γιούνες της Αριάγνης. Να ψάξουμε Ο καθένας και όλοι μαζί. Δεν γίνεται αυτό όταν λοιδορούμε. Λοιδορώντας αυτούς που στέκονται στην ουρά για να πληρώσουν το χαράτσι αγνοώντας ότι μπορεί να ψάχνουν απελπισμένα μια φορολογική ενημερότητα για να σώσουν ότι μπορούν, φτύνουμε ακριβώς εκείνους που θα συναποτελέσουν μαζί μας το ένα ή τα δύο εκατομμύρια που χρειάζονται.
Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι αυτή είναι η ώρα που η ανθρωπότητα θα κάνει ένα βήμα μπροστά. Προς την αλήθεια, το συναίσθημα, την ουσία της ύπαρξης. Όπως όταν κατατέθηκε η επιστημονική σκέψη κι άλλαξε ο ρους των πραγμάτων. Όπως όταν η Αναγέννηση διαδέχθηκε το Μεσαίωνα. Τέτοιου επιπέδου είναι η αλλαγή που διαφαίνεται. Να βγούμε από τη βαθιά κατάθλιψη της ανυπαρξίας της ουσίας και της ελπίδας και να πούμε : Το αξίζω. Νομίζω, πάντα μιλώντας πρώτα στον εαυτό μου ότι, για να γίνει αυτό πρέπει να συμπονέσουμε. Να συναισθανθούμε, να συνυπάρξουμε με τους άλλους. Να βιώσουμε το εμείς όση δουλειά κι αν θεωρούμε ότι έχουμε κάνει με τον εαυτό μας. Η συμπόνια είναι το κύριο όπλο μας αυτή τη στιγμή. Η συμπόνια προς τον Γιούνες τον αράπη αλλά ταυτόχρονα κι ο σεβασμός στον άντρα που άντεξε έναν κρυφό έρωτα όχι ένα αλλά είκοσιτρία χρόνια.
-------------------
(*) τα νούμερα από την ανάρτηση του Καρτέσιου  Μπέρδεμα σε μέρος της οποίας επιχειρεί να απαντήσει το παρόν

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Deja vu

Εξώφυλλο της Εφημερίδας Εθνικό Εγερτήριο του ΕΑΜ Λασηθίου. Η ημερομηνία είναι 16 Δεκεμβρίου 1944.
Επειδή ενδέχεται μετά από καμιά 60 χρόνια τα εγγόνια μας να αναρτούν στο διαγαλαξιακό διαδίκτυο  αντίστοιχα σημερινά δημοσιεύματα εις μνήμην μας, ανασκουμπωθείτε.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Τα όπλα μου παρουσιάζω


"Στον αρχηγό του Ελληνικού ΛαΪκού Απελκευθερωτικού Στρατού τα όπλα παρουσιάσατε!"
Μ’ αυτά τα λόγια ο καπετάν Νικηφόρος υποδέχτηκε τον Αρη στην απελευθερωμένη από τον λαϊκό στρατό ιδιαίτερη του πατρίδα. 

Ολες οι παραδόσεις γραπτές και προφορικές αναφέρουν ότι ο αρχηγός εκείνη την ώρα δάκρυσε.(*)

Τα όπλα λοιπόν παρουσιάστε.  Τα όπλα. Τα όπλα αυτά με τα οποία νικήσατε στη μάχη της σοδειάς στον κάμπο, ελευθερώσατε την Καλλιθέα, την Καισαριανή. Τα κλεμμένα από τον εχθρό ντουφέκια.  Αυτά παρουσιάστε στον εμπνευστή, στον στρατηλάτη,  στον οραματιστή.

Σ’ αυτόν που ξεκίνησε μ΄ένα ψέμμα, μια σημαία κι 6-7 συντρόφους. Και ηγήθηκε ενός μεγάλου έπους,.
Αν εκτιμώ κάτι στον Αρη, αν με έλκει κάτι στην προσωπικότητά του, είναι αυτή η εμμονή στο όραμα.  Εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μιζέριες και ψείρες., δυσκολίες, το ανέφικτο αυτός είδε το εφικτό. Είδε ότι το πρόβλημα έχει λύση.  Κι αφού έχει λύση θα το λύσουμε.

Ξέρω το θέλετε να με βάλετε στον πειρασμό να πιάσω τα χιλιοειπωμένα περί ήττας, περί προδοσιών, περί λαθών,.   Σήμερα όμως δεν θα σας κάνω το χατήρι. Από αύριο εδώ στη διάθεσή σας.  Σήμερα θα μείνω στο κομμάτι εκείνο της ιστορίας που γράφτηκε στις πέτρες στα βουνά, στους ρημαγμένους τοίχους των σπιτιών της Αθήνας, στις καρδιές του κόσμου που μέσα από αυτό το όραμα ξαναβρήκε πριν απ’ όλα την αξιοπρέπειά του. Την ανθρώπινή του υπόσταση. Τον καλύτερο εαυτό του.

Τουμπανιασμένος ο κόσμος από την πείνα πέθαινε στους δρόμους, εξαθλίωση παντού.  Ελπίδα καμιά.  Και μέσα σ’ αυτήν την απελπισία ακούστηκε μια νύχτα μια φωνή.  Σας μιλάει το ΕΑΜ! Με πράσινη λαδομπογιά έξω από το Πανεπιστήμιο θέλει η οικογενειακή μου παράδοση να γράφτηκε το πρώτο σύνθημα. ΕΑΜ. Πριν 70 χρόνια. Θα κρατάτε στην τσέπη σας δυο – τρεις σταφίδες να δίνετε στους ετοιμοθάνατους, να μην πεθαίνουν σαν τα σκυλιά στο δρόμο.  Να τους κρατάτε το χέρι. Αυτή μια από τις πρώτες οδηγίες.  Η ανθρωπιά! Η αλληλεγγύη! Η αξιοπρέπεια!   Κι αυτά πήρανε φωτιά και γίνανε πολιτική και κίνημα μέχρι που – κι αυτό είναι αδιαμφισβήτητο – η «γραμμή» έφτασε να είναι : «Αν κινδυνεύσετε, χτυπήστε όποια πόρτα νάνα»ι.  Ρωτάω τους δικούς μου στα οικογενειακά τραπέζια κάθε φορά:  Για πέστε μου τη γραμμή. Κι η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Οποια πόρτα νάναι.  Και με την ίδια αγαλλίαση ακούω κάθε φορά την απάντηση:  Οποια πόρτα νάναι!
Η Νίκη τρέχει
Ασημένιος Στατήρ Ολυμπία 5ος-4ος αιώνας π.Χ.
Απεικονίζει τη Φτερωτή Νίκη 
Κι άλλη μια ιστορία που τους βάζω και μου λένε και μου ξαναλένε είναι η νικηφόρα διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση μέσα στην Κατοχή. Όταν οι Γερμανοί αποφάσισαν να επιστρατεύσουν κόσμο για τα εργοστάσια στη Γερμανία.
Πως μαζεύτηκε χιλιάδες κόσμου στο κέντρο, πως είχανε γίνει οι συνεννοήσεις, πως κυνηγιόντουσαν με τα τανκς, πως μπήκανε στο Υπουργείο Εργασίας και τα κάνανε ρημαδιό (άλλη λέξη θέλω να πω αλλά τέσπα),πως πετάγανε τα χαρτιά και τις καταστάσεις στο δρόμο από τα παράθυρα κι από κάτω γινότανε πάρτυ. Και λόγω αυτού του πάρτι κανένας δεν πήγε στη Γερμανία στα εργοστάσια. Νίκη! Μια μεγάλη νίκη μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.  Στις δυσκολότερες που έχει δει η Ευρώπη.

Μέσα απ’ αυτήν την ανθρωπιά, την αποφασιστικότητα, την ελπίδα το κίνημα αυτό πέρασε και στην ανώτερή του φάση. Σήκωσαν οι άνθρωποι τα όπλα. 
Εκεί που δεν υπήρχε παρά μόνο απελπισία έγινε στρατός. Και στρατός τακτικός, με στολές, με φύλλα πορείας, με σχολές αξιωματικών, και, κυρίως, με επιμελητεία. Την επιμελητεία όλου του κόσμου. Του όποια πόρτα νάναι. Και με νίκες.

Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα.  Αυτό έχει μείνει.

Μας έσωσε από την πείνα γιατί κάποιοι οραματιστές σαν τον Αρη και σαν άλλους είδανε λίγο πιο μακριά.  Είδανε ότι το πρώτο που πρέπει να πολεμήσεις είναι η ηττοπάθεια, η ίδια σου η απελπισία.  Πρέπει να δεις το φως σε μια τόση δα τρυπουλίτσα στην άκρη του τούνελ κι αν δεν τη βλέπεις να τη φανταστείς. Και σιγά σιγά με τη φαντασία σου, άμα τη σκέφτεσαι δυνατά πολύ δυνατά από την ψυχή σου θα πάρει υλική υπόσταση. Και θα γίνει τρύπα πραγματική που θα δείχνει το φως και θα σου δείχνει το δρόμο. Προς τα πού πρέπει να πας. Και θα σου δείχνει και τα χέρια των διπλανών σου για να τα κρατάς, Και θα σου φωτίζει και τα μάτια τους που θα σε κοιτάνε με πίστη.

Γι αυτό λέω μήπως κι εμείς από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε.  Να νικήσουμε μέσα μας την ηττοπάθεια και να φανταστούμε τον κόσμο όπως τον θέλουμε εμείς. Ας είναι διαφορετικός του καθενός μας. Σίγουρα θα είναι καλύτερος απ’ αυτό το χάλι.  Απ’ αυτό το βόθρο που μας έχουνε χώσει.  Που ρίχνουνε την ανθρωπιά μας μέσα στα σκατά.  Να σηκώσουμε το κεφάλι και να πούμε.  Όχι ρε! Εγώ είμαι άνθρωπος, πρωτ’ απ’ όλα.  Αξιοπρεπής! Δυνατός! Ατρόμητος! Γιατί πάνω κι απ’ το φόβο μου βάζω το όραμά μου.  Τότε θ’ αρχίσουν να μας τρέμουν πραγματικά.  Και τώρα μας φοβούνται γι’ αυτό μας διώχνουν απ’ τις πλατείες Εμείς δεν το έχουμε καταλάβει! Μόλις το καταλάβουμε ότι τρέμουνε μπροστά μας! Ου ου! Δικά μας όλα! Και το μέλλον μας και οι ζωές μας!

Στον αρχηγό του Ελληνικού ΛαΪκού Απελευθερωτικού Στρατού τα όπλα μου παρουσιάζω.  Την ταπεινή μου πένα! Την ψυχή μου! Την παρουσία μου στους δρόμους και στις πλατείες. Την πίστη μου στη Νικη. Τα παρουσιάζω όχι στον στρατηλάτη αλλά στον  μεγάλο οραματιστή.

Με τη Νϊκη!
____________
Λόρδος Μπάϋρον ή Ιερός Λόχος ήταν το ένοπλο τμήμα της ΕΠΟΝ σπουδάζουσας



----------------------
(*) Ο Λόγος του Αρη στη Λαμία 

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΣουρπράΪζ πάρτι

Αϊντε διαβάστε κι αυτό να ξεκινάμε σιγά σιγά για κάτω.

Σύνταγμα!

Θέλουμε δεν θέλουμε θα πάμε. Μακάρι νάχει κόσμο αλλά μπορεί και να μην έχει.
Νάτανε λέει η τελευταία τους μέρα σήμερα! Να τους οξωπετάγαμε μια και καλή να ησυχάζαμε όπως πετάς ένα δόντι που σε πονάει. Να τους πετάγαμε έξω και την πληγή θα την κοιτάγαμε μετά. Θα κάναμε γαργάρες με αλατόνερο και θα φτιάχναμε τις δουλειές μας όπως ξέρουμε εμείς. Νοικοκυρεμένα. Στη θέση τους. Για όλους μας. Και φράγκα θα βρίσκαμε και το τι θα γίνει θα το βρίσκαμε μεταξύ μας. Ετσι κι αλλιώς! Εδώ είμαστε. Εμείς είμαστε δεν θα χανόμασταν.
Αχ! Και νάτανε αυτή η μέρα η σημερινή λέει που θα τους παίρναμε φαλάγγι. Που δεν θα βρίσκανε την πόρτα να φύγουνε.  Και με κλωτσές και μούτζες να τους δείχναμε εμείς το δρόμο.  Εκεί. Από κει.  Όπως δείχνει ο Κολοκοτρώνης. Να σηκώναμε το χέρι και να τους δείχναμε την πόρτα. Νάταν αυτό να γινόταν σήμερα.


Κι αν γίνει; ρωτάω εγώ. Κι αν γίνει σήμερα; Γιατί και τη μέρα της Νίκης το πρωί πάλι θα αμφιβάλουμε. Κάποιοι τουλάχιστον θα αμφιβάλουν. Θα αμφιβάλουν και μετά!


Ελεύθερο θα είναι το Σύνταγμα με μια μεγάλη παιδική χαρά στη μια του γωνία που θα έχει μια ταμπέλα που θα λέει «Αντί μνημείου για τη μάχη της 28-29 Ιουνίου 2011 που έδωσε ο κόσμος της Αθήνας ενάντια στο Μεσοπρόθεσμο.  των Λακεδαιμονίων του ΠΑΜΕ απουσιαζόντων. Κι αυτή ήταν η αρχή της νικηφόρας πορείας»  Αμέ!  όλα αυτά θα λέει η ταμπέλα.  Κι αυτοί που αμφιβάλλουν τώρα και τότε που θα βλέπουν την ταμπέλα θα αμφιβάλουν.
Σαράκι, παιδί μου, σαράκι αυτή η αμφιβολία.
Τους ξέρω όμως αυτούς! Έναν έναν.
Ο ένας γρινιάζει για την ποιότητα της συνέλευσης.  Ρε, που είχατε δει συνέλευση να παίρνουν μέρος χιλιάδες άτομα και να υπάρχει και σέβας; Που είχατε δει συνέλευση να παίρνουν μέρος οι αριστερές παρατάξεις και να μην γίνεται το «γρόνθος έναντι λακτίσματος».
Η άλλη γρινιάζει για τις αποφάσεις της συνέλευσης. Που είδες μαρή ξανά πολιτικό κείμενο τέτοιας ωριμότητας! Που να μην μιλάει τη γλώσσα την ξύλινη του θείου του Ζαχαριάδη. Ούτε κάν του ίδιου του Ζαχαριάδη. Του θείου του.  Που είδες κείμενο πολιτικό με μέσα ποιητές; Που είδες κείμενο που να εγκαλεί τους μπάτσους, τους τροϊκάνους, τους επιχειρηματίες; Ολο γενικότητες ξέραμε. Κάτι περί συστήματος, κάτι τέτοια. Ο καπιταλισμός πιπίλα κι εμπρός γιατί δεν ξέρουμε που πάμε.
Ο άλλος πάλι γρινιάζει για το σχέδιο του μεσοπρόθεσμου. Δεν ήταν λέει καλό γι’ αυτό χάσαμε.  Και πότε ρε ρεμπεσκέ είχε ξανά το κίνημα σχέδιο; Που πήγαινε η μισή πορεία των 3000 από το ένα μέρος και κουτουλούσε με την άλλη μισή των 1500 στις γωνίες σαν τους γενναίους του Μπράνκαλεόνε. 
Είχαμε σχέδιο! Μπορεί να μην ήταν αυτό που έπρεπε. Μπορεί να ήταν αδύναμο, ανεδαφικό. Αλλά για πρώτη φορά από τον Αρη και μετά υπήρχε σχέδιο. Κι όποιος έχει άλλη άποψη ας μου την πει γιατί με ενδιαφέρει ιστορικώς.
Ετερος πάλι γρινιαζοκοπάει γιατί βγάζαμε αποφάσεις ανεδαφικές και αληλλοσυγκρουόμενες (σε είδα, διάβαζα τα τουίτς σου προσεκτικά μην κοιτάς που δεν μίλαγα). Ε και; Και στην Αρχαία Αθήνα ακόμη τα νομοθετικά κείμενα ξεκινούσαν με το μαγικό «Εδοξε τη Βουλή και τω Δήμω» Δηλαδή, νομίζουμε. Νομίζουμε ότι τώρα είναι έτσι κι αύριο αλλιώς και ξανά αύριο έδοξε τη συνελεύση και τη γκλαβα μας άλλο. Λες και ήμασταν διακόσια χρόνια εξουσία και ξέρουμε. Ετσι θα πάμε! Στρατίζοντας.  Θα πάμε όμως. Θα στρατίσουμε, θα περπατήσουμε και μετά θα τρέξουμε.  Και κάθε μέρα θα είμαστε πιο προσεκτικοί και πιο ώριμοι. Και άρα πιο ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΙ.
Ο πιο μιρμίρης πιάνει την πάνω πλατεία. Η πάνω πλατεία λέει έφταιγε που είχε διάφορους. (Εδώ ξεκαθαρίζω με σαφήνεια ότι εξαιρώ τους φασίστες).  Και τι περιμένεις ρεεε! Να τους διώξεις μόνος σου μόνο μ’ αυτούς που συμφωνείς. Για να διασφαλίσεις την ιδεολογική καθαρότητα της νέας κυβέρνησης! Εδώ θέλει κόσμο δεν είναι παίξε γέλασε. Δεν είναι Εξάρχεια να απωθήσουμε μια διμοιρία και να πούμε εντάξει. Εδώ είναι κράτος όλόκληρο, κυβέρνηση που πρέπει να πέσει, υπουργεία, κανάλια που πρέπει να τα πάρουμε στα χέρια, επιχειρήσεις, εργοστάσια. Πως; Με τι; Με το παρεάκι; Εδώ θέλει πανστρατιά. Λαϊκη σαρωτική ενότητα. Αυτή είναι η δουλειά που έχουμε να κάνουμε τώρα όλοι οι συνταγματικοί. Ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, παράταξης, μονομανίας που έχουμε στο κεφάλι ( με πρώτη εμένα). Να διασφαλίσουμε την μαζικότητα και την ενότητα σ’ αυτή τη φάση. 
Και τη μαζικότητα μπορούμε να την πετύχουμε πηγαίνοντας στο Σύνταγμα. Πρώτη προϋπόθεση είναι να πάμε εμείς. Εμείς οι ίδιοι! Για να μας δει κι ο άλλος. Ο άπιστος. Και να πει να είναι πολλοί ρε. Θα πάω κι εγώ. Απλά πράγματα.  Το πιο σημαντικό καθήκον είναι αυτό τώρα. Να πάμε Σύνταγμα κι ας είμαστε λίγοι. Αύριο θα είμαστε πολλοί. Και τη μέρα της Νϊκης όλοι. Κι επειδή δεν ξέρουμε ποια θα είναι αυτή η μέρα καλό είναι να είμαστε εκεί σε κάθε κάλεσμα για να μην την πάθουμε όπως με τα σουρπράΪζ πάρτυ. Να το κάνουμε  στην κυβέρνηση το σουρπράιζ πάρτι. Γι αυτά τα καθάρματα. Να τους έρθει ο ουρανός σφοντύλι όπως τους αξίζει. Κι επειδή στα πάρτι, ιδίως στα παιδικά, συνηθίζονται τα δώρα  εμείς θα τους έχουμε από  ένα ελικοπτεράκι!

Γι’ αυτό σας λέω πάμε!

Θάχει και πλάκα!

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Που να σου εξηγώ ...

Εφυγε χτές ο Νίκος Κοεμτζής για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία.



Καλό ταξίδι!

Mi Βuenos Aires Querido

Προδημοσίευση:
"Mi buenos Aires Querido"
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"
Αίθρας Φλώρου

Σαν Τέλμο - Η συνοικία των χρωμάτων 
Μου είπαν ότι θα μου βρείτε δολάρια, ακούστηκε μια γλυκιά αλλά λίγο βραχνή φωνή από το τηλέφωνο. Ο καφές είχε εξαφανιστεί εδώ και μέρες, ματέ σε ορισμένα μόνο καφενεία κι αναγκάστηκε να βράσει το ίδιο χτεσινό τσάι. Η πικρή γεύση στο στόμα του δεν τον συνέφερε. Ποια είστε; Είμαι φίλη του Πέδρο, απάντησε η φωνή και τότε θυμήθηκε την συνομιλία του με το συνάδελφό του. Οτι θα του έστελνε μια φωτογράφο μόδας από την Ευρώπη για να την εξυπηρετήσει, ότι είχε μεγάλη υποχρέωση και όλα τα σχετικά.
Πού θέλετε να συναντηθούμε; την ξάφνιασε με το συνηθισμένο απότομο τρόπο του πριν καν ρωτήσει το όνομά της.
Δεν ξέρω καθόλου την πόλη. Μένω στο Ετουάλ … Ξέρω στη Ρεκολέτα, τη διέκοψε. Τα ισπανικά της ήταν άψογα αλλά είχαν μια απροσδιόριστη προφορά. Αραβικη, σλάβικη, δεν την είχε ξανακούσει. Αλλά μπορώ να πάρω ένα ταξί και να έρθω όπου μου πείτε. Οσο γι’ αυτό τα λεφτά μου φθάνουν. Γέλασε αυθόρμητα. Πόσο φαίνεται ότι ήρθατε σήμερα. Χτες ήρθα. Με τί πήγατε στο ξενοδοχείο. Με τη ναβέτα του ξενοδοχείου. Καλώς! μείνετε εκεί και θα έρθω να σας πάρω σε μία ώρα. Στην πόλη δεν κυκλοφορούν ταξί. Στα βενζινάδικα οι ουρές είναι χιλιόμετρα.
Μόλις έκλεισε μετάνιωσε για τη μία ώρα. Αλλά τώρα έγινε! Σκέφτηκε και τα μεσημεριανά του ραντεβού. Ολα θα τα προλάβαινε. Μπήκε στο μπάνιο. Προς μεγάλη του έκπληξη από νωρίς είχε ηλεκτρικό και γκάζι άρα και ζεστό νερό. Δεν σκουπίστηκε, κατά τη συνήθειά του, και φόρεσε τα ρούχα του όπως όπως. Μαύρο παντελόνι, μαύρο τίσερτ, μαύρα εσώρουχα με κόκκινες λεπτομέρειες. Η μόνη υποχώρηση που επέτρεπε στον εαυτό του. Αυτές οι λεπτομέρειες και τα κόκκινα γυαλιά πρεσβυωπίας που είχε μονίμως κρεμασμένα σαν κολιέ ιθαγενή. Ιθαγενής είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτή θα με βλέπει τουλάχιστον σαν μαπούτσε. Αν ξέρει κι όλας. Τον νευρίαζαν οι ξανθιές ευρωπαίες που μετά από μισή ώρα στο κρεβάτι ήταν ασύλληπτα πληκτικές. Είχαν περάσει αιώνες που είχε να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Η θυελλώδης κρίση τα είχε σαρώσει όλα. Τα προϊόντα στα μαγαζιά, τα είδη πρώτης ανάγκης, τις καθημερινές ανέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις φιλίες, τις συνήθειες. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει. Στηνόσουνα στην ουρά για ένα κιλό ζάχαρη. Ακόμη και φίλοι του διάσημοι γιάπηδες ή μποέμ είχαν βάλει το κεφάλι κάτω και συνωστίζονταν πίσω από κουρελιασμένες γυναίκες για ένα μπιντόνι πετρέλαιο. Στη χώρα του πετρελαίου, σκέφτηκε και γέλασε.
Κατέβηκε τους έξη ορόφους από τη σκάλα διότι το ασανσέρ ήταν κλειδωμένο για το φόβο των διακοπών. Το διπλανό ηλικιωμένο ζευγάρι είχε μετακομίσει για το λόγο αυτό στης κόρης τους.
Ξεπάρκαρε κοιτάζοντας το δείκτη της βενζίνης. Στη μέση. Ρεκολέτα – σπίτι – πόδια, αποφάσισε, και μετά βλέπουμε πως τη μπαρκάρουμε για πίσω. Πέρασε τους στενούς δρόμους και βγήκε στον κεντρικό. Προχωρώντας η εικόνα της πόλης άλλαζε με ψηφιακή τεχνολογία. Οι ζητιάνοι λιγόστευαν, τα σπίτια γινόντουσαν πιο σουλουπωμένα και σιγά σιγά πιο πολυτελή. Μπαίνοντας στη συνοικία των ονείρων άρχισαν να κυκλοφορούν κι αυτοκίνητα. Αυτή η τρομερή αντίθεση! Στάθηκε έξω από το ξενοδοχείο κι άναψε τα αλάρμ. Συνεννοήθηκε με τον πορτιέρη να έχει το νου του. Ενα λεπτό, του έγνεψε με το δάχτυλο. Ενα. Μπήκε κι ανακάλυψε ότι ο κλιματισμός δούλευε κανονικά. Μωρέ μπράβο, ούτε τα χειρουργεία δεν έχουν κλιματισμό αυτόν τον καιρό.
Την είδε αμέσως. Λίγο πιο μεγάλη από νέα, λίγο πιο συμπαθητική απ’ ότι περίμενε. Περίμενε μια ξερακιανή φωτογράφο όπως είχε μάθει τις γυναίκες στο χώρο και αντίκρυσε κάτι εκτός προτύπων. Του χαμογέλασε και του έδωσε το χέρι για να συστηθεί. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μπλούζα μαυρόασπρη ριγέ και στην τεράστια τσάντα με το πολύ μακρύ λουρί είχε κρεμασμένο ένα κόκκινο φουλάρι που χαλούσε κάθε χρωματική ισορροπία μέχρι που είδε τις γόβες της. Κόκκινες. Αν θα καταδεχτείτε και μια μικρή ξενάγηση, αυτές οι γόβες θα σας κουράσουν, της πρότεινε, μαθημένος να πηδάει κατευθείαν στο πρόβλημα για να κερδίζει χρόνο. Δεν άντεχε με τίποτε ούτε ο ίδιος ούτε το τεπόζιτό του να τη γυρίσει πίσω υποκύπτοντας στη γυναικεία γρίνια. Η γυναίκα γέλασε με την ευθύτητά του και του είπε αινιγματικά ότι δεν συντρέχει λόγος. Πήρε την τσάντα με τα φωτογραφικά σύνεργα και την κάμερα από το τραπεζάκι και προχώρησαν μαζί προς την πόρτα.
Πείτε μου για τα χρήματα, τη ρώτησε μόλις μπήκε στο αμάξι. Του εξήγησε ακριβώς τί θέλει και συμφώνησαν γρήγορα. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά της είπε. Σας διευκολύνω γιατί έτυχε να είμαι από τους λίγους που πληρώνομαι σε δολάρια έναν καλό μισθό κι έχω ανάγκη τα χρήματα στην Ευρώπη. Συμφώνησαν να του βάλει τα χρήματα σε ένα λογαριασμό σε μια ευρωπαϊκή τράπεζα και να της δώσει την άλλη μέρα το πρωϊ αυτό που ήθελε. Μέχρι αύριο θα είστε εντάξει, ρώτησε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εχετε πρόγραμμα; Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από εσάς εδώ. Τότε θα μου επιτρέψετε να σας αφιερώσω το λίγο χρόνο που διαθέτω για να σας κάνω μια μικρή βόλτα. Αν και όπως θα ξέρετε η κατάσταση στην πόλη κάθε άλλο παρά αξιοθέατη είναι. Αυτός είναι ο σκοπός μου του απάντησε. Είμαι φωτογράφος μόδας αλλά στην πραγματικότητα φωτογραφίζω σελέμπριτις επί πληρωμή. Το πάθος μου όμως είναι τα πορτρέτα των καθημερινών ανθρώπων. Εδώ αυτό που θα δείτε είναι πολύ σκληρό ακόμη και για τον πιο ανθεκτικό φακό. Υψωσε τους ώμους σε μια χαρακτηριστική κίνηση. Από που είστε τη ρώτησε αυθόρμητα. Είμαι μισή γαλλίδα και μισή ελληνίδα αλλά έχω γεννηθεί στο Βέλγιο. Η μητέρα μου ήταν ελληνίδα μετανάστρια κι ο πατέρας μου καθηγητής εκεί. Τώρα λύθηκε και το μυστήριο της προφοράς. Ελληνικά. Και η μεσογειακή φάτσα. Πιλάρ, της είπε. Δεν με λένε Πιλάρ. Πιλαρ. Εγώ θα σας λέω Πιλάρ από την ηρωϊδα του Χέμινγουέι. Της εξήγησε το στρατήγημά του για τις διαδρομές σε συνδυασμό με την κατάσταση που το επέβαλε.
Γκράφιτι στη συνοικία Σαν Τέλμο 
Εφτασαν κοντά στο σπίτι του και πάρκαραν, Φαινόταν να μην τις κάνει τίποτε εντύπωση. Σαν να έβλεπε ζητιάνους κάθε πρωί, σαν να ζούσε από πάντα σε δρόμους με σπασμένα μαγαζιά, ότι γεννήθηκε βλέποντας χορευτές τάνγκο στους δρόμους. Πως λέγεται η συνοικία, ρώτησε μόνο. Σαν Τέλμο. Ειναι κάτι σαν το Σεν Ζερμαίν στο Παρίσι; Θα έλεγα ότι είναι κάτι μεταξύ Μονμάρτης και Καρτιέ Λατέν. Το ξέρετε το Παρίσι; Οχι καλά αλλά το ξέρω.
Θα περπατήσουμε τώρα της είπε, Θα πάμε μέχρι την Πιάτσα Μαγιό με τα πόδια, είναι έξι τετράγωνα. Ξανακοίταξε με νόημα τις γόβες της και την είδε να βγάζει από την τσάντα που τα χωρούσε όλα ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια ιντιέν. Δεν το σχολίασε. Χρόνια με τις γυναίκες είχε μάθει να μην τον εκπλήσσει τίποτε.
Περπάτησαν μέχρι την Πλατεία. Φυσούσε και ξεφυσούσε σαν χρόνια καπνίστρια. Δεν φωτογραφίζετε; τη ρώτησε. Δεν θέλω να σας στερώ το χρόνο. Θα έρθω αύριο μόνη μου. Δείξτε μου το μπαλκόνι που μιλούσε η Εβίτα. Η Εβίτα σκέφτηκε, για όλη την υφήλιο Εβίτα. Η Αργεντινή ζει τη μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της κι αυτηνής το μυαλό στην Εβιτα. Της έδειξε και περίμενε στωϊκά να βγάλει τη μηχανή να φωτογραφίσει το άδειο μπαλκόνι. Ηλίθια! Αμάν ρε Πέδρο αμάν. Μ’ αρέσει που μου έλεγες ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα του κόσμου. Ησασταν την ώρα που η κυβέρνηση έφευγε; Είμαι παντού όπου επιβάλλει η δουλειά μου. Δεν είμαι πια ρεπόρτερ δρόμου αλλά εκείνες τις ημέρες ήμασταν όλοι στο δρόμο. Κι ακόμη δηλαδή, καθημερινά έχουμε διαδηλώσεις. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη διαδήλωση σε μια άλλη πλατεία κι έτσι γι’ αυτό εδώ είναι άδεια. Αδεια! ξανασκέφτηκε και κοίταξε την πλατεία με τα μάτια της. Γεμάτη, από ένα πλήθος που πηγαινοερχόταν. Ανθρωποι με μάτια θολά, σκυφτοί οι πιο πολλοί, γυναίκες ντυμένες μεταξωτά κι από κάτω τρύπια παπούτσια και ζητιάνοι, εκατοντάδες ζητιάνοι. Αυτή είναι η Αργεντινή έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι του.
Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ματέ. Ξέρω, του είπε αυθόρμητα και ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε. Στον αγκώνα. Την τράβηξε από κάτι στενά και την πήγε σ’ ένα καφενείο που υπολόγιζε ότι δεν θα της άρεσε αλλά το θεωρούσε το πρώτο αξιοθέατο στην πόλη και άλλωστε ήταν και το καφενείο του. Εδώ σύχναζαν και συχνάζουν όλοι οι αργεντίνοι λογοτέχνες. Κι όχι μόνο, του αντιγύρισε. Ξέρω όλα τα ιερά τέρατα της Λατινικής Αμερικής. Πέρασε με σλάλομ από τα τραπέζια χαιρετώντας γνωστούς κι αγνώστους κατά το συνήθειό του και την έκαστε σε ένα τραπέζι με θέα το δρόμο. Παράγγειλε δυο ματέ και έκλεισε το μάτι στον σερβιτόρο αν υπάρχει τίποτε άλλο. Τίποτε προς το παρόν, του απάντησε, το βράδυ θα έχουμε ουίσκι.
Ξύνισε τη μούρη της με το ματέ και ξαφνικά τον ρώτησε : Σας αρέσει η μουσική; Η ερώτηση τον κλόνισε. Δεν μπορεί παρά να ήταν σύμπτωση. Εχετε διαβάσει Μαρκές; Φυσικά, όλους τους λατινοαμερικάνους αλλά δεν μου απαντήσατε στην ερώτησή μου. Μου αρέσει ο Γαρδέλ, της απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.
Ξεκίνησε μια ατελείωτη κουβέντα για τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Η τύπισσα είχε διαβάσει και το τελευταίο άρθρο του τελευταίου μελετητή της λάτιν λογοτεχνίας αφού ήξερε και τα βιβλία τους απ΄ έξω. Ηξερε ακόμη σε ποια καρέκλα καθόταν ο Μπόρχες, σε ποια η μητέρα του και τί χρώμα είχε το μπαστούνι του. Μιλούσε γι’ αυτούς και για τους ήρωές τους σαν να υπήρχαν, σαν να ήταν φίλοι της, οικογένειά της. Αρχισε σιγά σιγά να τον κερδίζει. Οχι τόσο για τις γνώσεις όσο για το ύφος, την αυτοπεποίθηση, τη ζεστασιά που έβγαζε στην κουβέντα της. Κάποια στιγμή της άγγιζε τον ώμο κι η αντίδρασή της ήταν μάλλον γατίσια αλλά πολύ συμπαθητική. Θα φάμε ότι βρούμε της είπε. Η μόνη περίπτωση να φάμε όπως έχετε συνηθίσει είναι να γυρίσουμε στη γειτονιά σας και δεν το έχω καμία διάθεση να ξοδέψω όλη μου τη βενζίνη. Είχα μείνει με την εντύπωση ότι είχατε μεσημεριανά ραντεβού. Θα τα αναβάλω γύρισε το κεφάλι του προς το τηλέφωνο. Θα τα αναβάλω χάριν της περίστασης. Μόνο πρώτα να κάνω ένα δυο τηλέφωνα. Κινητό; Είναι μεγάλη ταλαιπωρία αυτές τις ημέρες.
Σηκώθηκαν και περπάτησαν πάλι προς την πλατεία. Σε μια γωνία μια ηλικιωμένη πουλούσε κάτι πίτες με όσπρια. Αυτό θα φάμε τώρα, και θα σας περιποιηθώ καλύτερα μια άλλη φορά ψευτογέλασε. Εδειχνε αδιάφορη. Παρόλα αυτά έβγαλε τη μηχανή και φωτογράφισε τη γριά. Συνέχισαν τον ποδαρόδρομο συζητώντας. Κάθε βήμα τον κέρδιζε και πιο πολύ. Ουάν ναίτ σταντ σκέφτηκε. Την έπιασε από τους ώμους πιο πολύ για να δει πως θα αντιδράσει παρά για να κάνει το κέφι του και αυτή ανταποκρίθηκε αμέσως. Αλλαξε χέρι την τσάντα για να τον διευκολύνει. Γιατί όχι; Περπάτησαν κι άλλο μέχρι που του είπε διψάω. Τι θα θέλατε; Ουίσκι!. Το μόνο μέρος που μπορεί να βρει κανείς ουίσκι στην Αργεντινή αυτή τη στιγμή είναι το σπίτι μου της χαμογέλασε με ύφος ακονισμένο από χιλιάδες τέτοιου είδους επιθέσεις. Τότε, θα το επισκεπτόμουν ευχαρίστως, εισέπραξε ένα πλατύ χαμόγελο.
Περπάτησαν ως το σπίτι του αργά, σε ρυθμό περιπάτου. Περπατώντας του ζήτησε: Θέλω κι άλλη χάρη. Θέλω να με συστήσετε στον τάδε. Κι είπε το όνομα του πρώτου αντιπροέδρου της χώρας. Θα φωτογραφίσω τη γυναίκα του. Η γυναίκα του, όντως, γνωστή καλλονή και σελέμπριτι αλλά αυτός με τη φήμη μάλλον αδιάφθορου. Ευχαρίστως, της είπε. Τους γνωρίζω. Αλλωστε, είναι μέρος της δουλειάς μου να γνωρίζω το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αντέδρασε με πομπώδη τρόπο.
Εφτασαν κι αναστέναξε στο άκουσμα 6 ορόφων με τα πόδια. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους έπεσε επάνω του σαν τίγρης. Σε θέλω από την ώρα που σε είδα, του ψιθύρισε. Καραδοκώ. Κι αυτά ήταν τα μόνα που πρόλαβε να πει γιατί ο έλεγχος χάθηκε κι από τους δύο. Τα πρωϊνά σεντόνια ακόμη ακατάστατα, άρχισαν να μουσκεύονται από τον ιδρώτα μέχρι που αναγκάστηκε να τη ρίξει στο πάτωμα. Τουλάχιστον εδώ έχει πιο δροσιά της είπε. Σηκώθηκε να πιει νερό κι εκείνη αμέσως άναψε τσιγάρο. Την πλησίασε με το μπουκάλι στο χέρι και της έδωσε. Ηπιε άπληστα όπως φιλούσε. Παρατήρησε με έκπληξη ότι αυτές ακριβώς οι άπληστες απότομες κινήσεις αντί να τον απωθούν τον τραβούσαν. Ισως αυτό να εννοούνε μεσογειακή αμεσότητα, ζεστασιά σκέφτηκε.
Γράφιτι από τη συνοικία Σαν Τέλμο 
Της μάζεψε τα ρούχα και τα ακούμπησε σε μια καρέκλα όπως έκανε πάντα με όλες του τις ερωμένες. Μια κίνηση μελετημένη που γοητεύει και την πιο κλειδωμένη γυναίκα. Δεν φάνηκε να δίνει σημασία και είπε ένα ξερό ευχαριστώ. Σε λίγο τον πλησίασε από πίσω. Αρχισε να τον χαϊδεύει σιγά απαλά και μετά τον γύρισε μαλακά και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα. Με κατάφερες πάλι της είπε σπρώχνοντάς την στο κρεβάτι. Αυτή τη φορά την πήρε ήρεμα με χάδια σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Μην ανάψεις τσιγάρο να κοιμηθείς. Θα κοιμηθώ, απάντησε. Τουλάχιστον μισή ώρα. Είμαι και με τζετ λανγκ. Τακτοποίησε μερικά πράγματα που δεν ήταν για τα μάτια της μέσα το σπίτι και την άφησε στη σιέστα της. Εκανε ένα - δυο τηλέφωνα από την κουζίνα και σε καμιά ώρα την ξύπνησε με ένα ποτήρι νερό. Δυστυχώς, της είπε, καφές έξω. Α! και δεν έχει ζεστό νερό. Σήκωσε πάλι τους ώμους με τη χαρακτηριστική κίνηση που είχε πια μάθει καλά. Εκανε ντους με κρύο νερό. Φόρεσε τα ρούχα της χωρίς σχεδόν να σκουπιστεί παρατηρώντας γύρω της. Ένα τόσο πολυτελές διαμέρισμα σε μια τόσο μποέμ γειτονιά. Και τα δύο τον εξέπληξαν χαρούμενα. Βάφτηκε στα γρήγορα και χτενίστηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη ανακάλυψε ένα σημάδι από ένα ρουφηχτό φιλί. Ελυσε το φουλάρι από την τσάντα και το έβαλε στο λαιμό της χαμογελώντας. Θα πάμε στο καφέ – Αρτίστ προς το βραδάκι. Εκεί θα είναι αυτός που ψάχνετε με τη γυναίκα του. Α! τέλεια χτύπησε τα χέρια της. Εντωμεταξύ όμως θα σας δείξω τη γειτονιά μου. Καρτιε Λατέν. Βγήκαν και ξεκίνησαν τη βόλτα. Δεν είχε πάρει την κάμερα. Σταματούσε όμως και φωτογράφιζε με τα μάτια. Τους ακροβάτες, τους χορευτές τάνγκο τους ζωγράφους, τη μιζέρια, τα ζευγάρια που φιλιόντουσαν, τα αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα άδεια. Την πήγε μέσα από τα στενά. Που και που το φως πέρναγε μέσα από ανοίγματα και φώτιζε στα σοκάκια. Επειδή είσαι φωτογράφος της είπε και την έπιασε αγκαζέ.
Στο τελευταίο σοκάκι πριν την πλατεία προσπέρασαν ένα ζευγάρι κακοντυμένων γέρων που έπαιζαν ακορντεόν και μια κιθαρόνα. Μετά από τρία - τέσσερα βήματα τον σταμάτησε. Δώσε τους κάτι παρακάλεσε, δώσε τους κάτι. Εγώ δεν έχω ντόπια λεφτά. Φόρεσε τις γόβες σου, της είπε. Τον κοίταξε με απορία και μέσα στη μέση του δρόμου έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις γόβες της. Με απορία συνέχιζε να τον κοιτάζει κι όταν γύρισε και έσκυψε στα γερόντια και κάτι τους είπε. Η μουσική γύρισε από μια μίζερη μελωδία σε ένα γνωστό αργεντίνικο τάνγκο. Γέμισε η πλατεία μουσική. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο άνοιγμα με επισημότητα όπως τις πριγκήπισσες. Την έσφιξε επάνω του με το άλλο χέρι. Της οδήγησε τα χέρια της όπως τον βόλευαν και μόλις πήραν τη θέση που ήθελε ακούμπησε το δικό του με ένα δάχτυλο στην πλάτη της. Την κράτησε ακίνητη και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα χωρίς να αλλάξει στάση στο σώμα του σκύβοντας μπροστά μόνο το κεφάλι. Σαν τα χείλια τους να ήταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα. Το φιλί κράτησε όσο να έρθει ο ρυθμός εκεί που τον ήθελε. Και μετά άρχισε να τη χορεύει. Τα βήματά του, ο ρυθμός του ήταν σωστά αλλά το σώμα του είχε μια ακαμψία. Σαν να τον ένοιαζε περισσότερο να την προσέξει, να την οδηγήσει να την προστατεύσει παρά να υπακούσει στο πάθος της μελωδίας. Αυτή τον ακολουθούσε υπάκουα σε κάθε βήμα. Λίγο άχαρα στην αρχή αλλά μετά την πρώτη στροφή λύθηκε και τον εμπιστεύτηκε. Εμπιστεύτηκε τα κοινά τους βήματα. Κι αφημένη σ’ αυτό το κύμα που συνέπαιρνε τον κοιτούσε όποτε επέτρεπε η φιγούρα στα μάτια. Μόνο στα μάτια.
Δεν ξέρω τάνγκο του είπε. Δεν είχα ξαναχορέψει ποτέ. Δεν χρειάζεται της απάντησε και την πήρε από τη μέση. Μ’ αυτή τη γυναίκα σκέφτηκε θα μπορούσα να αλλάξω και τη ζωή μου. Αλλά αυτό είναι ανέφικτο. Αυτή η λέξη του καρφώθηκε. Ανέφικτο.


Το βράδυ που γύρισε σπίτι του ξανακοίταξε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Αποκωδικοποίησε ξανά με μάτι ρόμποκοπ ένα μήνυμα προ εβδομάδας.
Σύνθημα : Γκαμπριελ Γκαρσία Μαρκες – Ο έρωτας στα χρόνια της Χολέρας σελ, 261 «Σας αρέσει η μουσική ;»
Παρασύνθημα : όπου πριν σελ. 262 «Μου αρέσει ο Γαρδέλ» (*) »
Εσβησε το μήνυμα από το αρχείο του κι έκλεισε τον υπολογιστή.

Σε δύο μήνες ο αδιάβλητος αντιπρόεδρος ήταν από τους πρώτους που ανέβηκαν στο ελικόπτερο. Αν παρέμενε θα κατηγορείτο για απιστία.

Σε τέσσερις μήνες έλαβε με το ταχυδρομείο στο γραφείο του στην εφημερίδα ένα πολυτελέστατο φωτογραφικό άλμπουμ με φωτογραφίες από το Μπουένος Αϊρες. Στο εξώφυλλο το άδειο μπαλκόνι της Περόν και ο τίτλος: «Τα άδεια μπαλκόνια της εξουσίας στην Αργεντινή». Μέσα είχε φωτογραφίες από ακροβάτες, χορευτές τάνγκο, ζωγράφους, μιζέρια, ζευγάρια που φιλιόντουσαν, αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα αδεια.

Στo εσώφυλλο εκεί που συνήθως είναι η αφιέρωση είχε ένα κίτρινο ποστιτ όπου ήταν γραμμένο με παιδικά ισπανικά   Mi Buenos Aires Querido
_________________
(*) Carlos Gardel,
Ο Κάρλος Γκαρδέλ (11 Δεκεμβρίου 1890 – 24 Ιουνίου 1935. ήταν εξαιρετικά διάσημος τραγουδιστής του τάγκο κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Για πολλούς θαυμαστές του, ο Γκαρδέλ ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του τάγκο, ένα μουσικό και χορευτικό είδος που αναπτύχθηκε στις γειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα.

Mi Buenos Aires Querido - Κάρλος Γαρδέλ



Αφιερώνεται σε εκείνον που μου το ενέπνευσε, σε όλους μου τους φίλους του twitter για να χαλαρώσουν πριν από τη μάχη της Κυριακής και ταπεινότατα το καταθέτω ως κόκκο συμβολής στην επέτειο από τα 25 χρόνια από τον θάνατο του Χόρχε Λουί Μπόρχες.