Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

Οι Ελευθερίες

@podilatris : Ένα παιδί μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ενώ ήταν στο σχολείο, 
επειδή λυποθήμησε από την πείνα. 
Από την ΠΕΙΝΑ ρε... εχω παθει σοκ!!!!

Ο Ντεσπεράτος, τον φώναζε ο Αποστόλης. Μάταια κάθε φορά τον διόρθωνε ότι δεν είναι ντεσπεράτος και δεν κλείνεται. Είναι ξένο! Ντεσπεράντο, ο άπελπις του έλεγε! Στα παλιά μου τα παπούτσια μάστορα του απαντούσε. Ολους τους έλεγε μαστόρους. Είκοσι πέντε χρόνια στο μηχανουργείο με λίγα γράμματα αλλά μυαλό! Φςςς! Πως δεν πήγες σχολείο; Πήγα αλλά σταμάτησα! Δεν τα έπαιρνα.
Αυτό το δεν τα έπαιρνα τον θύμωνε τρελά. Χρόνια σπουδές στα παιδαγωγικά κι εδώ και στο εξωτερικό. Γαλλία, Φινλανδία και πάλι Γαλλία και μετά πίσω και μετά σκατά. Στα φροντιστήρια! Κάθε μέρα και χειρότερα. Ντεσπεράντο. Το παρατσούκλι αυτό του το είχανε κολλήσει στο Παρίσι. Ανακατεμένος με το γκοσαριό με απόψεις πάντα πολύ προοδευτικές, κατά τη γνώμη του, αλλά πάντα με μια μίρλα. Τίποτε δεν γίνεται, η αριστερά δεν προκόβει... Δεν θα πετύχουμε ποτέ, αυτό δε γίνεται, εκείνο είναι ανέφικτο κι έτσι του κολλήσανε το απελπισμένος. Το μόστραρε κι αυτός γιατί ως παρατσούκλι ήταν καλή γκομενοπαγίδα. Τον πιάνανε διάφορες να τον παρηγορήσουνε και όλο και κάτι ξερόγλυφε. Μέχρι που εμφανίστηκε η Ελευθερία. Εκεί μπήκε τελεία. Από ντεσπεράντο έγινε ορντινάτσα της Λευτερίτσας και το κυριότερο του άρεσε. Δεν την άφηνε βήμα. Στα μάτια. Και τί μάτια! Σαν ανταριασμένος ουρανός. Στροβιλίζανε μέσα τους στα σύννεφα όπως όταν έχει σοροκάδα. Κι ένα χαμόγελο λίγο λοξό. Α ρε Ελευθερία, είπε δυνατά. Ο Αποστόλης τον σκέπασε με το μπουφάν και του έφτιαξε την πετσέτα που είχε για μαξιλάρι. Κοντεσίνα σ’ έχω δάσκαλε, κοντεσίνα. Τρίτη ημέρα που δεν είχαν πάει σπίτια τους. Πόλεμο κάνουμε μάστορα, πόλεμο, του έλεγε. Τρεις μέρες είχαν αναλάβει αυτό το οδόφραγμα. Ηταν το πίσω μέρος του Παντείου όπου αποθήκευαν διάφορες προμήθειες που κουβαλούσε ο κόσμος από τις από κει γειτονιές για το κέντρο και γίνονταν και ορισμένες συνελεύσεις και συντονιστικά που ήταν αδύνατον να γίνουν στους δρόμους. Περνούσαν κι άλλοι. Πολλοί είναι η αλήθεια. Αλλά αυτό το είχαν αναλάβει προσωπικώς.
Προσωπικώς επαναλάμβανε κι ο Αποστόλης. Που τη βρήκαμε την πετσέτα; Την έφερε μια κερία από απέναντι μαζί με το φαί που χλαπάκιασες το μεσημέρι. Ωραία; Μμμ! Μισότριβη. Εσύ όλες μισότριβες τις λες. Από εφόδια; Κάτι φέρανε οι κοπέλες του Παντείου όμως μέχρι εδώ δεν θα φτάσουνε. Θα φτάσουνε! Φαλάγγι θα μας πάρουνε. Τι φαλάγγι ρε ντεσπεράτε! Εδώ τους έχουμε κάνει τα μούτρα κρέας. Τρεις μέρες αδειάζουνε απάνω μας όλα τα ληγμένα του Ισραήλ και πίσω δεν κάνει κανείς. Ο ένας δρόμος αδειάζει ο άλλος γεμίζει. Γι’ αυτό σε λένε ντεσπεράτο γιατί δεν πιστεύεις. Εδώ ρε έχουμε μπροστά μας τα καινούργια κι εσύ κοιτάς πίσω στις Γαλλίες. Εδώ σε λίγο φεύγουνε κυνηγημένοι κι όλα θα είναι δικά μας. Και τότε να δεις!
Το τηλέφωνο τώρα τι το κοιτάς; Ότι θα δουλέψει. Τώρα θα το δουλέψουμε με μανιατό για σένα για να μιλήσεις με το κορίτσι. Κινητή τηλεφωνία με μανιατό χασκογέλασε και τον έσπρωξε. Τηλέφωνα γιοκ κι όσοι πέρασαν το ίδιο είπαν. Μόνο σε ορισμένες γειτονιές πιάνει κι αυτό όχι όλες οι εταιρείες. Μόνο σταθερά! Να άντε χτύπα αυτήν την πόρτα και πες να κάνω ένα τηλεφωνάκι στο Παρίσι μισό λεφτό; Δεν είναι στο Παρίσι. Ερχεται! Μπορεί να έχει έρθει. Πως θάρθει ρε Ντεσπεράτε.; σ’ όλα σου αρνητικός και σ’ αυτό αισιόδοξος. Το ξέρω έρχεται. Είναι στο δρόμο. Δεν έρχεται για μένα. Ερχεται γιατί είναι γιατρός. Και με τα πόδια άμα χρειαστεί θα έρθει
Πότε την ειδοποίησες; Είναι ειδοποιημένη. Μαθαίνει τα πάντα. Την ξέρω. Αλλά άφησα μήνυμα και στον αδελφό της ότι είναι ανάγκη. Είναι η ώρα. Κι εσύ πως το ξέρεις ότι είναι η ώρα; εσύ μας έχεις γανώσει το κεφάλι ότι δεν θα γίνει τίποτε και τη μάχη τη δίνουμε για την τιμή των όπλων. Οτι θα χάσουμε. Από το μεσοπρόθεσμο σε θυμάμαι. Στην πρώτη τη γραμμή, 48 ώρες στο χημικό, αιμόπτυση έκανες στη Διονυσίου Αεροπαγίτου αλλά το όλο λάθη κάνουμε στο στόμα. Κι αφού θα χάσουμε τί κάθεσαι και κάνεις αιμόπτυση και δεν πας σπιτάκι σου; Αφού υπάρχουν τόσα λάθη γιατί να κάνουμε τα ίδια με ρώτησες το πρώτο βράδυ. Δύσκολα Απόστολε, είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν την ελέγχουμε την κατάσταση. Συντονισμός μηδέν Κι όλος αυτός ο κόσμος που ο καθένας είναι στο δρόμο για άλλους λόγους ο καθένας … Εδώ στον ισπανικό με τέτοια οργάνωση, με στρατιωτική πειθαρχία, με τις διεθνείς ταξιαρχίες και είδες. Τί είδα ρε μαλακοπίτουρα που έβαλες πάλι την κασέτα με τον ισπανικό. Τί είδα; Τί σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο; Αντε πέσε να ξεραθείς μήπως έρθει η κυρία εκ Γαλλίας να σε βρει φρέσκο. Αύριο θα πας να κάνεις μπάνιο και να ξυριστείς. Σειρά σου. Που; Εκεί που πήγα εγώ σήμερα. Στης γιαγιάς. Να δεις περιποίηση η γυναίκα. Δεν στάπα γιατί εκείνη την ώρα είχες υψηλή ρητορική με τους άλλους τους τζερεμέδες τους συριζαίους. Γρουσουζεύατε πάλι όλοι μαζί. Η νομίζεις ότι δεν σας άκουσα. Πήγα που λες στη γιαγιά και μου έδωσε πετσέτες της ώρας. Μυρίζανε κανέλα. Λεβάντα ρεεεεε: Κανέλα ρε μαλάκα κανέλα σου λέω. Στέγνωσα και τα εσώρουχα μ’ ένα πιστολάκι. Με κυνηγούσε να μου δώσει και φαϊ αλλά δεν πήρα. Είδα το σπίτι και κατάλαβα. Μόνο ένα γλυκό βύσσινο. Δασκάλα μου είπε. Δυο παιδιά και μια εγγονή κι απ’ ότι κατάλαβα όλοι στους δρόμους. Ουφ! Γύρισα να στα πω αλλά η συνέλευση επί του οδοφράγματος άργησε να πάρει τέλος. Δεν μαλλιάζει η γλώσσα σας ήθελα νάξερα. Μη γελάς. Και που τους θυμόσαστε όλους αυτούς τους πεθαμένους και τους ξεθάβετε κάθε φορά. Και καλά Λένιν και τέτοια τα ξέρω κι εγώ! Αλλά εκείνους τους γκράμσηδες και τους μπακούνηδες. Και σε ώρα δουλειάς! Τί δουλειά ρε Αποστόλη ; Τί δουλειά; Δουλειά είναι δάσκαλε. Δουλειά. Η πιο σοβαρή. Να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα να κοιτάς τί γίνεται και να περιμένεις. Εγώ μ’ αυτό διαφωνώ με το να περιμένεις. Η συνεννόηση είναι συνεννόηση. Εδώ είπαμε. Εδώ φυλάμε. Ρε εμπρός λαέ μη σκύβεις το κεφάλι ο μόνος δρόμος είναι βενζινα και μπουκάλι. Ρε Αποστόλη ! Καλά ντε!! Μια κουβέντα είπαμε.
Πέφτω δάσκαλε πέφτω καμιά ώρα και βλέπουμε.
Ξέσφιξε ο Αποστόλης τα κορδόνια από τα αθλητικά και έπεσε πάνω στο στομάχι του Ντεσπεράντο. Αυτός κοιτούσε τ’ αστέρια. Πως γίνανε όλα τόσο γρήγορα. Μήνες μετά το μεσοπρόθεσμο κι ερχότανε η μια κατραπακιά πάνω στην άλλη. Χαράτσια καινούργια, μειώσεις μισθών, ανεργία παντού. Οποιον συναντούσες χωρίς δουλειά. Δεν κουνιότανε φύλλο όμως. Εκείνο το Σύνταγμα είχε στοιχειώσει. Κάτι ψοφοαπεργίες από εδώ και από κει αλλά … Οι καταλήψεις στα πανεπιστήμια άδοξο τέλος.

Πέραμα 
Το γλέντι άρχισε από το Πέραμα. Μια μάνα πήγε το παιδί στο ιατρείο κι ο γιατρός ρώτησε από πότε έχει να φάει. Από προχτές είπε η μάνα. Μια μερίδα μακαρόνια. Είχε πάρει πολλές φορές την ίδια απάντηση ο γιατρός αλλά αυτή ήταν η σταγόνα. Τα μάτια του οχτάχρονου κοριτσιού τον κοίταξαν με φόβο μόλις σηκώθηκε απότομα. Φώναξε να φέρουν ένα ποτήρι πορτοκαλάδα και μπισκότα. Ζόρισε το παιδί να το πιεί και το μπούκωσε ο ίδιος ένα μπισκότο. Τα υπόλοιπα τα έβαλε στην τσέπη της ποδιάς του. Με το στηθοσκόπιο ακόμη στο σβέρκο βούτηξε το παιδί στην αγκαλιά ξαπλωτό και βγήκε από την πόρτα κλωτσώντας χωρίς να δώσει λογαριασμό ούτε στη μάνα ούτε σε κανέναν. Η μάνα τον πήρε από πίσω ότι ο γιατρός τρελάθηκε. Από την άλλη κάτι της έλεγε ότι κάτι καλό θα γίνει. Ο γιατρός άνοιγε τα κανιά του με το παιδί στην αγκαλιά κι η μάνα από πίσω. Στο δρόμο γνωστοί και άγνωστοι πήραν το ζευγάρι από πίσω.
Ο γιατρός σταμάτησε έξω από το Δημαρχείο και χωρίς να αφήσει το παιδί από τα χέρια άρχισε να ουρλιάζει. Βγες έξω ρε καραγκιόζη που θες να είσαι και Δήμαρχος. Αυτό το παιδί έχει να φάει δύο μέρες! Πες και στ’ αφεντικά σου μας κάνατε Ουγκάντα. Και στην Ουγκάντα τα εμβόλια τα δίνει το κράτος. Εδώ τα κάνατε ιδιωτικά. Είδαμε ιλαρά που την είχαμε δει μόνο στα βιβλία. Οι φωνές του γιατρού μάζεψαν κόσμο. Ενας ένας που καταλάβαινε τι γινόταν ειδοποιούσε. Μαzεύτηκε λαός. Από το Δημαρχείο κιχ. Δυο παράθυρα που ήταν ανοιχτά κλείσανε. Αρχισαν τα συνθήματα. Το παιδί στα χέρια του γιατρού ήταν ήσυχο. Μπορεί γιατί έβλεπε τη μάνα του να μην κλαίει αλλά να κρατάει περήφανο το κεφάλι ψηλά. Μπορεί γιατί τα μπισκότα ήταν γεμιστά.
Κάποιος πήρε μια πέτρα και την πέταξε στην πόρτα. Κάπόιοι άλλοι προσπάθησαν να τον σταματήσουν. Σε δέκα λεπτά ήρθαν τα ΜΑΤ. Εντωμεταξύ ο κόσμος είχε γίνει πια διαδήλωση. Στα ΜΑΤ μπροστά μπήκε η μάνα. Δεν θα χτυπήσετε είπε. Πεθαίνουμε. Πεθαίνουμε της πείνας. Ενας διμοιρίτης την έσπρωξε με την ασπίδα. Τα ουρλιαχτά ακούστηκαν μέχρι τη Σαλαμίνα. Ο κόσμος σάλεψε σαν ένα πράμα. Αρχισε η μάχη. 4 τραυματίες κι η μάνα. Ηρθαν τα κανάλια. Ξένα πρακτορεία,. Κινηματικά μέσα. Η φωτογραφία της Λευτερίτσας έκανε σε μισή ώρα το γύρο του κόσμου στο διαδίκτυο. Σε λιγότερο από δύο ώρες χωρίς τα ελληνικά κανάλια να αναφέρουν τίποτε μόνο με το διαδίκτυο άρχισε να μηρμυγκιάζει το Σύνταγμα. Χωρίς πανό. Ο Λευκός Πϋργος λαός. Πάτρα, Βόλος, Γιάννενα, Μυτιλήνη όπου είχε πανεπιστήμιο πρώτες. Και στις μικρές. Κι έξω από το Λευκό Πύργο ένα μεγάλο πανό Η Λευτερίτσα θα φέρει την Ελευθερία.

Τελειωμό τα πλήθη. Βρέθηκε με τον Αποστόλη που είχαν να βρεθούν από το Μεσοπρόθεσμο, στα σκαλάκια στη διομαδική. Μιλούσε! Αυτός ο πρακτικός, ο πάντα προσγειωμένος δεν μίλησε καθόλου για τα πρακτικά, Είπε μόνο δυο κουβέντες για τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα και μετά άρχισε να περιγράφει το πως θα είναι η καινούργια ζωή. Ενώ μπροστά τους είχαν τη μεγάλη μάχη αυτός έβλεπε από πίσω της. Σαν να ήταν διαφανής αυτή η μέρα, αυτές οι ημέρες. Περιέγραψε την επόμενη. Πως θα ήταν η ζωή. Πως η πρώτη μας δουλειά θα ήταν τα εργοστάσια τροφίμων. Οι αλευρόμυλοι. Η ενέργεια. Η τηλεφωνία. Και τα σχολεία που θα τα βάψουμε χρωματιστά. Είπε ακόμη κάτι και για τη μουσική. Ότι η αρχή θα γίνει με τη μουσική. Κουνούσε το κεφάλι του όσο τον άκουγε. Πάντα αιθεροβάμων. Δεν βλέπει ότι είμαστε κυκλωμένοι. Δεν βλέπει ότι θα μας λιανίσουνε. Κάτι σκαλίστηκε μέσα του όμως. Εκεί με τα χρωματιστά σχολεία. Ολοι στα οδοφράγματα τώρα! τελείωσε ο μάστορας. Ολοι στα οδοφράγματα! έπιασε τον εαυτό του να φωνάζει κοιτώντας τον χωρίς να μπορεί να τον διακρίνει καλά γιατί το απογευματινό φως διυλιζότανε μέσα από τα δάκρυά του.
Δεν χώρισαν τις τρεις αυτές μέρες .Μόνο για κατούρημα.
Που βρισκόμαστε τώρα; Που βρισκόμαστε Και την δικιά μου Ελευθερία θα φέρει η Λευτερίτσα.

Η Λευτερίτσα είναι τώρα 19 χρονών. Πρώτο έτος στη Δραματική Σχολή Αρτας. Στο Πολιτιστικό Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε πέρυσι εκεί.
Ο γιατρός είναι σε αποστολή στην Αφρική. Καλεσμένος της ελληνίδας διευθύντριας μεγάλου διακρατικού οργανισμού που είχε γνωρίσει στο Σύνταγμα.
Ο Ντεσπεράντο ακόμη δεν έχει πιστέψει στη Νίκη. Είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο κι ακόμη γρινιάζει στην Ελευθερία. Ότι τίποτα δεν γίνεται σωστά!
Η Ελευθερία είχε έρθει. Οδικώς! Τα αεροδρόμια κλειστά. Παρουσιάστηκε στο ΛαΪκο. Το πρώτο Νοσοκομείο που πέρασε στα χέρια των εργαζομένων.

Ο Αποστόλης είναι μάνατζερ στους αυτοδιαχειριζόμενους κυλινδρόμυλους.
Α ρε Απόστολε μόνο εσύ τα πίστεψες. Και μόνο εσύ είχες δίκιο! Σαν να τα είχες δει! Σαν να είχες μπει στη μηχανή του χρόνου!

------------
Ζήτησα μια μέρα από τους διαδικτυακούς φίλους @giopso και @simonleone να μου πουν από μια λέξη και μια φράση κλειδί για να φτιάξουμε ένα κείμενο για το φευγιό τους 
Ο @giopso απάντησε "Η μηχανή του χρόνου" και "Ελευθερία" και 
ο @simonleone απάντησε "Ανταριασμένος ουρανός" και "ντεσπεράντο"


Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011

Mi Βuenos Aires Querido

Προδημοσίευση:
"Mi buenos Aires Querido"
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"
Αίθρας Φλώρου

Σαν Τέλμο - Η συνοικία των χρωμάτων 
Μου είπαν ότι θα μου βρείτε δολάρια, ακούστηκε μια γλυκιά αλλά λίγο βραχνή φωνή από το τηλέφωνο. Ο καφές είχε εξαφανιστεί εδώ και μέρες, ματέ σε ορισμένα μόνο καφενεία κι αναγκάστηκε να βράσει το ίδιο χτεσινό τσάι. Η πικρή γεύση στο στόμα του δεν τον συνέφερε. Ποια είστε; Είμαι φίλη του Πέδρο, απάντησε η φωνή και τότε θυμήθηκε την συνομιλία του με το συνάδελφό του. Οτι θα του έστελνε μια φωτογράφο μόδας από την Ευρώπη για να την εξυπηρετήσει, ότι είχε μεγάλη υποχρέωση και όλα τα σχετικά.
Πού θέλετε να συναντηθούμε; την ξάφνιασε με το συνηθισμένο απότομο τρόπο του πριν καν ρωτήσει το όνομά της.
Δεν ξέρω καθόλου την πόλη. Μένω στο Ετουάλ … Ξέρω στη Ρεκολέτα, τη διέκοψε. Τα ισπανικά της ήταν άψογα αλλά είχαν μια απροσδιόριστη προφορά. Αραβικη, σλάβικη, δεν την είχε ξανακούσει. Αλλά μπορώ να πάρω ένα ταξί και να έρθω όπου μου πείτε. Οσο γι’ αυτό τα λεφτά μου φθάνουν. Γέλασε αυθόρμητα. Πόσο φαίνεται ότι ήρθατε σήμερα. Χτες ήρθα. Με τί πήγατε στο ξενοδοχείο. Με τη ναβέτα του ξενοδοχείου. Καλώς! μείνετε εκεί και θα έρθω να σας πάρω σε μία ώρα. Στην πόλη δεν κυκλοφορούν ταξί. Στα βενζινάδικα οι ουρές είναι χιλιόμετρα.
Μόλις έκλεισε μετάνιωσε για τη μία ώρα. Αλλά τώρα έγινε! Σκέφτηκε και τα μεσημεριανά του ραντεβού. Ολα θα τα προλάβαινε. Μπήκε στο μπάνιο. Προς μεγάλη του έκπληξη από νωρίς είχε ηλεκτρικό και γκάζι άρα και ζεστό νερό. Δεν σκουπίστηκε, κατά τη συνήθειά του, και φόρεσε τα ρούχα του όπως όπως. Μαύρο παντελόνι, μαύρο τίσερτ, μαύρα εσώρουχα με κόκκινες λεπτομέρειες. Η μόνη υποχώρηση που επέτρεπε στον εαυτό του. Αυτές οι λεπτομέρειες και τα κόκκινα γυαλιά πρεσβυωπίας που είχε μονίμως κρεμασμένα σαν κολιέ ιθαγενή. Ιθαγενής είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτή θα με βλέπει τουλάχιστον σαν μαπούτσε. Αν ξέρει κι όλας. Τον νευρίαζαν οι ξανθιές ευρωπαίες που μετά από μισή ώρα στο κρεβάτι ήταν ασύλληπτα πληκτικές. Είχαν περάσει αιώνες που είχε να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Η θυελλώδης κρίση τα είχε σαρώσει όλα. Τα προϊόντα στα μαγαζιά, τα είδη πρώτης ανάγκης, τις καθημερινές ανέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις φιλίες, τις συνήθειες. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει. Στηνόσουνα στην ουρά για ένα κιλό ζάχαρη. Ακόμη και φίλοι του διάσημοι γιάπηδες ή μποέμ είχαν βάλει το κεφάλι κάτω και συνωστίζονταν πίσω από κουρελιασμένες γυναίκες για ένα μπιντόνι πετρέλαιο. Στη χώρα του πετρελαίου, σκέφτηκε και γέλασε.
Κατέβηκε τους έξη ορόφους από τη σκάλα διότι το ασανσέρ ήταν κλειδωμένο για το φόβο των διακοπών. Το διπλανό ηλικιωμένο ζευγάρι είχε μετακομίσει για το λόγο αυτό στης κόρης τους.
Ξεπάρκαρε κοιτάζοντας το δείκτη της βενζίνης. Στη μέση. Ρεκολέτα – σπίτι – πόδια, αποφάσισε, και μετά βλέπουμε πως τη μπαρκάρουμε για πίσω. Πέρασε τους στενούς δρόμους και βγήκε στον κεντρικό. Προχωρώντας η εικόνα της πόλης άλλαζε με ψηφιακή τεχνολογία. Οι ζητιάνοι λιγόστευαν, τα σπίτια γινόντουσαν πιο σουλουπωμένα και σιγά σιγά πιο πολυτελή. Μπαίνοντας στη συνοικία των ονείρων άρχισαν να κυκλοφορούν κι αυτοκίνητα. Αυτή η τρομερή αντίθεση! Στάθηκε έξω από το ξενοδοχείο κι άναψε τα αλάρμ. Συνεννοήθηκε με τον πορτιέρη να έχει το νου του. Ενα λεπτό, του έγνεψε με το δάχτυλο. Ενα. Μπήκε κι ανακάλυψε ότι ο κλιματισμός δούλευε κανονικά. Μωρέ μπράβο, ούτε τα χειρουργεία δεν έχουν κλιματισμό αυτόν τον καιρό.
Την είδε αμέσως. Λίγο πιο μεγάλη από νέα, λίγο πιο συμπαθητική απ’ ότι περίμενε. Περίμενε μια ξερακιανή φωτογράφο όπως είχε μάθει τις γυναίκες στο χώρο και αντίκρυσε κάτι εκτός προτύπων. Του χαμογέλασε και του έδωσε το χέρι για να συστηθεί. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μπλούζα μαυρόασπρη ριγέ και στην τεράστια τσάντα με το πολύ μακρύ λουρί είχε κρεμασμένο ένα κόκκινο φουλάρι που χαλούσε κάθε χρωματική ισορροπία μέχρι που είδε τις γόβες της. Κόκκινες. Αν θα καταδεχτείτε και μια μικρή ξενάγηση, αυτές οι γόβες θα σας κουράσουν, της πρότεινε, μαθημένος να πηδάει κατευθείαν στο πρόβλημα για να κερδίζει χρόνο. Δεν άντεχε με τίποτε ούτε ο ίδιος ούτε το τεπόζιτό του να τη γυρίσει πίσω υποκύπτοντας στη γυναικεία γρίνια. Η γυναίκα γέλασε με την ευθύτητά του και του είπε αινιγματικά ότι δεν συντρέχει λόγος. Πήρε την τσάντα με τα φωτογραφικά σύνεργα και την κάμερα από το τραπεζάκι και προχώρησαν μαζί προς την πόρτα.
Πείτε μου για τα χρήματα, τη ρώτησε μόλις μπήκε στο αμάξι. Του εξήγησε ακριβώς τί θέλει και συμφώνησαν γρήγορα. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά της είπε. Σας διευκολύνω γιατί έτυχε να είμαι από τους λίγους που πληρώνομαι σε δολάρια έναν καλό μισθό κι έχω ανάγκη τα χρήματα στην Ευρώπη. Συμφώνησαν να του βάλει τα χρήματα σε ένα λογαριασμό σε μια ευρωπαϊκή τράπεζα και να της δώσει την άλλη μέρα το πρωϊ αυτό που ήθελε. Μέχρι αύριο θα είστε εντάξει, ρώτησε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εχετε πρόγραμμα; Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από εσάς εδώ. Τότε θα μου επιτρέψετε να σας αφιερώσω το λίγο χρόνο που διαθέτω για να σας κάνω μια μικρή βόλτα. Αν και όπως θα ξέρετε η κατάσταση στην πόλη κάθε άλλο παρά αξιοθέατη είναι. Αυτός είναι ο σκοπός μου του απάντησε. Είμαι φωτογράφος μόδας αλλά στην πραγματικότητα φωτογραφίζω σελέμπριτις επί πληρωμή. Το πάθος μου όμως είναι τα πορτρέτα των καθημερινών ανθρώπων. Εδώ αυτό που θα δείτε είναι πολύ σκληρό ακόμη και για τον πιο ανθεκτικό φακό. Υψωσε τους ώμους σε μια χαρακτηριστική κίνηση. Από που είστε τη ρώτησε αυθόρμητα. Είμαι μισή γαλλίδα και μισή ελληνίδα αλλά έχω γεννηθεί στο Βέλγιο. Η μητέρα μου ήταν ελληνίδα μετανάστρια κι ο πατέρας μου καθηγητής εκεί. Τώρα λύθηκε και το μυστήριο της προφοράς. Ελληνικά. Και η μεσογειακή φάτσα. Πιλάρ, της είπε. Δεν με λένε Πιλάρ. Πιλαρ. Εγώ θα σας λέω Πιλάρ από την ηρωϊδα του Χέμινγουέι. Της εξήγησε το στρατήγημά του για τις διαδρομές σε συνδυασμό με την κατάσταση που το επέβαλε.
Γκράφιτι στη συνοικία Σαν Τέλμο 
Εφτασαν κοντά στο σπίτι του και πάρκαραν, Φαινόταν να μην τις κάνει τίποτε εντύπωση. Σαν να έβλεπε ζητιάνους κάθε πρωί, σαν να ζούσε από πάντα σε δρόμους με σπασμένα μαγαζιά, ότι γεννήθηκε βλέποντας χορευτές τάνγκο στους δρόμους. Πως λέγεται η συνοικία, ρώτησε μόνο. Σαν Τέλμο. Ειναι κάτι σαν το Σεν Ζερμαίν στο Παρίσι; Θα έλεγα ότι είναι κάτι μεταξύ Μονμάρτης και Καρτιέ Λατέν. Το ξέρετε το Παρίσι; Οχι καλά αλλά το ξέρω.
Θα περπατήσουμε τώρα της είπε, Θα πάμε μέχρι την Πιάτσα Μαγιό με τα πόδια, είναι έξι τετράγωνα. Ξανακοίταξε με νόημα τις γόβες της και την είδε να βγάζει από την τσάντα που τα χωρούσε όλα ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια ιντιέν. Δεν το σχολίασε. Χρόνια με τις γυναίκες είχε μάθει να μην τον εκπλήσσει τίποτε.
Περπάτησαν μέχρι την Πλατεία. Φυσούσε και ξεφυσούσε σαν χρόνια καπνίστρια. Δεν φωτογραφίζετε; τη ρώτησε. Δεν θέλω να σας στερώ το χρόνο. Θα έρθω αύριο μόνη μου. Δείξτε μου το μπαλκόνι που μιλούσε η Εβίτα. Η Εβίτα σκέφτηκε, για όλη την υφήλιο Εβίτα. Η Αργεντινή ζει τη μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της κι αυτηνής το μυαλό στην Εβιτα. Της έδειξε και περίμενε στωϊκά να βγάλει τη μηχανή να φωτογραφίσει το άδειο μπαλκόνι. Ηλίθια! Αμάν ρε Πέδρο αμάν. Μ’ αρέσει που μου έλεγες ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα του κόσμου. Ησασταν την ώρα που η κυβέρνηση έφευγε; Είμαι παντού όπου επιβάλλει η δουλειά μου. Δεν είμαι πια ρεπόρτερ δρόμου αλλά εκείνες τις ημέρες ήμασταν όλοι στο δρόμο. Κι ακόμη δηλαδή, καθημερινά έχουμε διαδηλώσεις. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη διαδήλωση σε μια άλλη πλατεία κι έτσι γι’ αυτό εδώ είναι άδεια. Αδεια! ξανασκέφτηκε και κοίταξε την πλατεία με τα μάτια της. Γεμάτη, από ένα πλήθος που πηγαινοερχόταν. Ανθρωποι με μάτια θολά, σκυφτοί οι πιο πολλοί, γυναίκες ντυμένες μεταξωτά κι από κάτω τρύπια παπούτσια και ζητιάνοι, εκατοντάδες ζητιάνοι. Αυτή είναι η Αργεντινή έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι του.
Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ματέ. Ξέρω, του είπε αυθόρμητα και ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε. Στον αγκώνα. Την τράβηξε από κάτι στενά και την πήγε σ’ ένα καφενείο που υπολόγιζε ότι δεν θα της άρεσε αλλά το θεωρούσε το πρώτο αξιοθέατο στην πόλη και άλλωστε ήταν και το καφενείο του. Εδώ σύχναζαν και συχνάζουν όλοι οι αργεντίνοι λογοτέχνες. Κι όχι μόνο, του αντιγύρισε. Ξέρω όλα τα ιερά τέρατα της Λατινικής Αμερικής. Πέρασε με σλάλομ από τα τραπέζια χαιρετώντας γνωστούς κι αγνώστους κατά το συνήθειό του και την έκαστε σε ένα τραπέζι με θέα το δρόμο. Παράγγειλε δυο ματέ και έκλεισε το μάτι στον σερβιτόρο αν υπάρχει τίποτε άλλο. Τίποτε προς το παρόν, του απάντησε, το βράδυ θα έχουμε ουίσκι.
Ξύνισε τη μούρη της με το ματέ και ξαφνικά τον ρώτησε : Σας αρέσει η μουσική; Η ερώτηση τον κλόνισε. Δεν μπορεί παρά να ήταν σύμπτωση. Εχετε διαβάσει Μαρκές; Φυσικά, όλους τους λατινοαμερικάνους αλλά δεν μου απαντήσατε στην ερώτησή μου. Μου αρέσει ο Γαρδέλ, της απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.
Ξεκίνησε μια ατελείωτη κουβέντα για τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Η τύπισσα είχε διαβάσει και το τελευταίο άρθρο του τελευταίου μελετητή της λάτιν λογοτεχνίας αφού ήξερε και τα βιβλία τους απ΄ έξω. Ηξερε ακόμη σε ποια καρέκλα καθόταν ο Μπόρχες, σε ποια η μητέρα του και τί χρώμα είχε το μπαστούνι του. Μιλούσε γι’ αυτούς και για τους ήρωές τους σαν να υπήρχαν, σαν να ήταν φίλοι της, οικογένειά της. Αρχισε σιγά σιγά να τον κερδίζει. Οχι τόσο για τις γνώσεις όσο για το ύφος, την αυτοπεποίθηση, τη ζεστασιά που έβγαζε στην κουβέντα της. Κάποια στιγμή της άγγιζε τον ώμο κι η αντίδρασή της ήταν μάλλον γατίσια αλλά πολύ συμπαθητική. Θα φάμε ότι βρούμε της είπε. Η μόνη περίπτωση να φάμε όπως έχετε συνηθίσει είναι να γυρίσουμε στη γειτονιά σας και δεν το έχω καμία διάθεση να ξοδέψω όλη μου τη βενζίνη. Είχα μείνει με την εντύπωση ότι είχατε μεσημεριανά ραντεβού. Θα τα αναβάλω γύρισε το κεφάλι του προς το τηλέφωνο. Θα τα αναβάλω χάριν της περίστασης. Μόνο πρώτα να κάνω ένα δυο τηλέφωνα. Κινητό; Είναι μεγάλη ταλαιπωρία αυτές τις ημέρες.
Σηκώθηκαν και περπάτησαν πάλι προς την πλατεία. Σε μια γωνία μια ηλικιωμένη πουλούσε κάτι πίτες με όσπρια. Αυτό θα φάμε τώρα, και θα σας περιποιηθώ καλύτερα μια άλλη φορά ψευτογέλασε. Εδειχνε αδιάφορη. Παρόλα αυτά έβγαλε τη μηχανή και φωτογράφισε τη γριά. Συνέχισαν τον ποδαρόδρομο συζητώντας. Κάθε βήμα τον κέρδιζε και πιο πολύ. Ουάν ναίτ σταντ σκέφτηκε. Την έπιασε από τους ώμους πιο πολύ για να δει πως θα αντιδράσει παρά για να κάνει το κέφι του και αυτή ανταποκρίθηκε αμέσως. Αλλαξε χέρι την τσάντα για να τον διευκολύνει. Γιατί όχι; Περπάτησαν κι άλλο μέχρι που του είπε διψάω. Τι θα θέλατε; Ουίσκι!. Το μόνο μέρος που μπορεί να βρει κανείς ουίσκι στην Αργεντινή αυτή τη στιγμή είναι το σπίτι μου της χαμογέλασε με ύφος ακονισμένο από χιλιάδες τέτοιου είδους επιθέσεις. Τότε, θα το επισκεπτόμουν ευχαρίστως, εισέπραξε ένα πλατύ χαμόγελο.
Περπάτησαν ως το σπίτι του αργά, σε ρυθμό περιπάτου. Περπατώντας του ζήτησε: Θέλω κι άλλη χάρη. Θέλω να με συστήσετε στον τάδε. Κι είπε το όνομα του πρώτου αντιπροέδρου της χώρας. Θα φωτογραφίσω τη γυναίκα του. Η γυναίκα του, όντως, γνωστή καλλονή και σελέμπριτι αλλά αυτός με τη φήμη μάλλον αδιάφθορου. Ευχαρίστως, της είπε. Τους γνωρίζω. Αλλωστε, είναι μέρος της δουλειάς μου να γνωρίζω το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αντέδρασε με πομπώδη τρόπο.
Εφτασαν κι αναστέναξε στο άκουσμα 6 ορόφων με τα πόδια. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους έπεσε επάνω του σαν τίγρης. Σε θέλω από την ώρα που σε είδα, του ψιθύρισε. Καραδοκώ. Κι αυτά ήταν τα μόνα που πρόλαβε να πει γιατί ο έλεγχος χάθηκε κι από τους δύο. Τα πρωϊνά σεντόνια ακόμη ακατάστατα, άρχισαν να μουσκεύονται από τον ιδρώτα μέχρι που αναγκάστηκε να τη ρίξει στο πάτωμα. Τουλάχιστον εδώ έχει πιο δροσιά της είπε. Σηκώθηκε να πιει νερό κι εκείνη αμέσως άναψε τσιγάρο. Την πλησίασε με το μπουκάλι στο χέρι και της έδωσε. Ηπιε άπληστα όπως φιλούσε. Παρατήρησε με έκπληξη ότι αυτές ακριβώς οι άπληστες απότομες κινήσεις αντί να τον απωθούν τον τραβούσαν. Ισως αυτό να εννοούνε μεσογειακή αμεσότητα, ζεστασιά σκέφτηκε.
Γράφιτι από τη συνοικία Σαν Τέλμο 
Της μάζεψε τα ρούχα και τα ακούμπησε σε μια καρέκλα όπως έκανε πάντα με όλες του τις ερωμένες. Μια κίνηση μελετημένη που γοητεύει και την πιο κλειδωμένη γυναίκα. Δεν φάνηκε να δίνει σημασία και είπε ένα ξερό ευχαριστώ. Σε λίγο τον πλησίασε από πίσω. Αρχισε να τον χαϊδεύει σιγά απαλά και μετά τον γύρισε μαλακά και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα. Με κατάφερες πάλι της είπε σπρώχνοντάς την στο κρεβάτι. Αυτή τη φορά την πήρε ήρεμα με χάδια σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Μην ανάψεις τσιγάρο να κοιμηθείς. Θα κοιμηθώ, απάντησε. Τουλάχιστον μισή ώρα. Είμαι και με τζετ λανγκ. Τακτοποίησε μερικά πράγματα που δεν ήταν για τα μάτια της μέσα το σπίτι και την άφησε στη σιέστα της. Εκανε ένα - δυο τηλέφωνα από την κουζίνα και σε καμιά ώρα την ξύπνησε με ένα ποτήρι νερό. Δυστυχώς, της είπε, καφές έξω. Α! και δεν έχει ζεστό νερό. Σήκωσε πάλι τους ώμους με τη χαρακτηριστική κίνηση που είχε πια μάθει καλά. Εκανε ντους με κρύο νερό. Φόρεσε τα ρούχα της χωρίς σχεδόν να σκουπιστεί παρατηρώντας γύρω της. Ένα τόσο πολυτελές διαμέρισμα σε μια τόσο μποέμ γειτονιά. Και τα δύο τον εξέπληξαν χαρούμενα. Βάφτηκε στα γρήγορα και χτενίστηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη ανακάλυψε ένα σημάδι από ένα ρουφηχτό φιλί. Ελυσε το φουλάρι από την τσάντα και το έβαλε στο λαιμό της χαμογελώντας. Θα πάμε στο καφέ – Αρτίστ προς το βραδάκι. Εκεί θα είναι αυτός που ψάχνετε με τη γυναίκα του. Α! τέλεια χτύπησε τα χέρια της. Εντωμεταξύ όμως θα σας δείξω τη γειτονιά μου. Καρτιε Λατέν. Βγήκαν και ξεκίνησαν τη βόλτα. Δεν είχε πάρει την κάμερα. Σταματούσε όμως και φωτογράφιζε με τα μάτια. Τους ακροβάτες, τους χορευτές τάνγκο τους ζωγράφους, τη μιζέρια, τα ζευγάρια που φιλιόντουσαν, τα αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα άδεια. Την πήγε μέσα από τα στενά. Που και που το φως πέρναγε μέσα από ανοίγματα και φώτιζε στα σοκάκια. Επειδή είσαι φωτογράφος της είπε και την έπιασε αγκαζέ.
Στο τελευταίο σοκάκι πριν την πλατεία προσπέρασαν ένα ζευγάρι κακοντυμένων γέρων που έπαιζαν ακορντεόν και μια κιθαρόνα. Μετά από τρία - τέσσερα βήματα τον σταμάτησε. Δώσε τους κάτι παρακάλεσε, δώσε τους κάτι. Εγώ δεν έχω ντόπια λεφτά. Φόρεσε τις γόβες σου, της είπε. Τον κοίταξε με απορία και μέσα στη μέση του δρόμου έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις γόβες της. Με απορία συνέχιζε να τον κοιτάζει κι όταν γύρισε και έσκυψε στα γερόντια και κάτι τους είπε. Η μουσική γύρισε από μια μίζερη μελωδία σε ένα γνωστό αργεντίνικο τάνγκο. Γέμισε η πλατεία μουσική. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο άνοιγμα με επισημότητα όπως τις πριγκήπισσες. Την έσφιξε επάνω του με το άλλο χέρι. Της οδήγησε τα χέρια της όπως τον βόλευαν και μόλις πήραν τη θέση που ήθελε ακούμπησε το δικό του με ένα δάχτυλο στην πλάτη της. Την κράτησε ακίνητη και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα χωρίς να αλλάξει στάση στο σώμα του σκύβοντας μπροστά μόνο το κεφάλι. Σαν τα χείλια τους να ήταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα. Το φιλί κράτησε όσο να έρθει ο ρυθμός εκεί που τον ήθελε. Και μετά άρχισε να τη χορεύει. Τα βήματά του, ο ρυθμός του ήταν σωστά αλλά το σώμα του είχε μια ακαμψία. Σαν να τον ένοιαζε περισσότερο να την προσέξει, να την οδηγήσει να την προστατεύσει παρά να υπακούσει στο πάθος της μελωδίας. Αυτή τον ακολουθούσε υπάκουα σε κάθε βήμα. Λίγο άχαρα στην αρχή αλλά μετά την πρώτη στροφή λύθηκε και τον εμπιστεύτηκε. Εμπιστεύτηκε τα κοινά τους βήματα. Κι αφημένη σ’ αυτό το κύμα που συνέπαιρνε τον κοιτούσε όποτε επέτρεπε η φιγούρα στα μάτια. Μόνο στα μάτια.
Δεν ξέρω τάνγκο του είπε. Δεν είχα ξαναχορέψει ποτέ. Δεν χρειάζεται της απάντησε και την πήρε από τη μέση. Μ’ αυτή τη γυναίκα σκέφτηκε θα μπορούσα να αλλάξω και τη ζωή μου. Αλλά αυτό είναι ανέφικτο. Αυτή η λέξη του καρφώθηκε. Ανέφικτο.


Το βράδυ που γύρισε σπίτι του ξανακοίταξε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Αποκωδικοποίησε ξανά με μάτι ρόμποκοπ ένα μήνυμα προ εβδομάδας.
Σύνθημα : Γκαμπριελ Γκαρσία Μαρκες – Ο έρωτας στα χρόνια της Χολέρας σελ, 261 «Σας αρέσει η μουσική ;»
Παρασύνθημα : όπου πριν σελ. 262 «Μου αρέσει ο Γαρδέλ» (*) »
Εσβησε το μήνυμα από το αρχείο του κι έκλεισε τον υπολογιστή.

Σε δύο μήνες ο αδιάβλητος αντιπρόεδρος ήταν από τους πρώτους που ανέβηκαν στο ελικόπτερο. Αν παρέμενε θα κατηγορείτο για απιστία.

Σε τέσσερις μήνες έλαβε με το ταχυδρομείο στο γραφείο του στην εφημερίδα ένα πολυτελέστατο φωτογραφικό άλμπουμ με φωτογραφίες από το Μπουένος Αϊρες. Στο εξώφυλλο το άδειο μπαλκόνι της Περόν και ο τίτλος: «Τα άδεια μπαλκόνια της εξουσίας στην Αργεντινή». Μέσα είχε φωτογραφίες από ακροβάτες, χορευτές τάνγκο, ζωγράφους, μιζέρια, ζευγάρια που φιλιόντουσαν, αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα αδεια.

Στo εσώφυλλο εκεί που συνήθως είναι η αφιέρωση είχε ένα κίτρινο ποστιτ όπου ήταν γραμμένο με παιδικά ισπανικά   Mi Buenos Aires Querido
_________________
(*) Carlos Gardel,
Ο Κάρλος Γκαρδέλ (11 Δεκεμβρίου 1890 – 24 Ιουνίου 1935. ήταν εξαιρετικά διάσημος τραγουδιστής του τάγκο κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Για πολλούς θαυμαστές του, ο Γκαρδέλ ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του τάγκο, ένα μουσικό και χορευτικό είδος που αναπτύχθηκε στις γειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα.

Mi Buenos Aires Querido - Κάρλος Γαρδέλ



Αφιερώνεται σε εκείνον που μου το ενέπνευσε, σε όλους μου τους φίλους του twitter για να χαλαρώσουν πριν από τη μάχη της Κυριακής και ταπεινότατα το καταθέτω ως κόκκο συμβολής στην επέτειο από τα 25 χρόνια από τον θάνατο του Χόρχε Λουί Μπόρχες. 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

Το τραγούδι που δεν άκουσες

Προδημοσίευση:
"Το τραγούδι που δεν άκουσες" 
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"


Νταούλια βαρούσανε στο κεφάλι μου. Νταούλια. Είχα πιει τον άμπακα. Νυχτοκάματο κι άγιος. Ο ήλιος μου ξυράφιαζε τα μάτια. Στρώθηκα σε ένα καφενείο ότι νάναι ίσα για την σκιά του. Σου έπεσε το κομπολόι. Δεν γουστάρω τις γυναίκες με κομπολόι. Μ’ ευχαρίστησες που το έπιασα και σηκώνοντας το κεφάλι μούγκρισα από τον πόνο στο σβέρκο. Δεν σε είδα. Είδα μόνο το χέρι σου. Βαμμένο νύχι κόκκινο. Και των ποδιών. Στήθηκα να κοιτάω απέναντι και να περιμένω να περάσει ο ηλεκτρικός λες και θα τον έπαιρνα. Ξαναφέρνω στο νου μου το κομπολόι. Γιούσουρι. Από τα καλά. Με μια γκριζίλα επάνω. Ακανόνιστη πέτρα που κάνει ένα πολύ μουντό θόρυβο. Διακριτικό. Γυρίζω και σε ρωτάω. Γιούσουρι; και μου περνάει ο πονοκέφαλος από το χαμόγελο. Να το μυρίσω, σου ζητάω, μυρίζει θάλασσα; Μου το πέρασες χωρίς να απαντήσεις και με παρατηρούσες μισοχαμογελώντας. Μπροστά σου είχες ένα τσίπουρο χωρίς τίποτε. Ετριψα το εργαλείο στα χέρια μου και μύριζε θάλασσα και μια γυναικεία μυρωδιά που μάντεψα ότι ήταν η δική σου. Μου άρεσε. Το ακούμπησα δίπλα στο τσίπουρο. Ναι! σου είπα και χαμογέλασα για πρώτη φορά εδώ και μια βδομάδα.
Αφραγκία και ζόρια από παντού. Απλήρωτος ένα μήνα από το ρεμπετάδικο Ανθρωπος δεν πατούσε εξόν Σάββατα. Κάναμε 2 μεροκάματα τη βδομάδα. Δουλειά αλλού τίποτε. Το μόνο καλό ότι μελετούσα. Δρόμους. Είχα κολλήσει και με ένα σκοπιανό εκείνες τις μέρες που μου έδειχνε τα δικά τους. Χάλκινα. Να σε κεράσω σκέφτηκα κι άρχισα να μετράω νοερά τα λεφτά στην τσέπη μου. Με πρόλαβες. Σας καλημερίζω είπες πρέπει να φύγω. Με το τσίπουρο στη μέση; αποτόλμησα. Είναι το δεύτερο μου λες. Πίνεις μισοκαθισμένη την τελευταία γουλιά και φεύγεις χωρίς να ξαναχαιρετίσεις.
Εσκασα ο μαλάκας. Και ξαφνικά, αλλάχ ακμπάρ, βλέπω το κομπολόϊ. Βγάζω γρήγορα ένα δίευρο από την τσέπη, το παρατάω στο τραπέζι, τσεπώνω το κομπολόι και αφήνω να περάσει μισό λεπτό. Ανοίγω βήμα και σε φτάνω. Το ξεχάσατε, σου ξεφουρνίζω λες και ήταν απόφθεγμα. Ξανά το χαμόγελο. Χίλια ευχαριστώ. Και πάνω στο χιλιοστό ευχαριστώ ανοίγω ξανά το στόμα μου σαν αυτόματο και λέω : Θέλω να σε ξαναδώ. Ενικό κατευθείαν. Με σκανάρεις με τα μάτια χωρίς να γελάς και μου λες. Το βράδυ, στο Σύνταγμα. Τι στο Σύνταγμα σου λέω, εκεί γίνεται κόλαση. Στην κόλαση! μου απαντάς με ένα χαχανητό που φώτισε η πλάση. Στην κόλαση, στα σκαλάκια της Οθωνος στις οχτώμιση. Και μου γυρίζεις την πλάτη.
Ντύνομαι το βράδυ γαμπρός. Πενιά δεν έριξα την υπόλοιπη μέρα. Τριγύριζα από δω κι από κει μέσα κι έξω απ’ το σπίτι. Οκτώ και εικοσιπέντε έβγαινα από το μετρό. Οχτώμιση νταν απίκο σκαλάκια σαν αρραβωνιαστικός. Γύρω πλήθη. Δεν είχα ξανακατέβει. Μου το λέγανε κι όλο έλεγα θα αλλά το σκεφτόμουνα. Δεν είχα μπλέξει και ποτέ σοβαρά. Αλλά εδώ το πράμα μύριζε φάση. Και φάση καλή. Χρόνια είχα να αισθανθώ έτσι. Μ’ ακουμπάς από πίσω στον ώμο. Πρώτη φορά; Ναι σου λέω και σου δίνω ο μαλάκας το χέρι για να σου πω το όνομά μου. Μου λες το δικό σου και το γράφω στους τοίχους με κόκκινη μπογιά από τότε. Οσα κι αν περάσαμε. Με κόκκινη μπογιά.
Αϊντε ξενάγησέ με σου λέω δεν έχω ξανάρθει. Με πήρες, εδώ αυτά, εδώ έτσι και πάμε τώρα κι απάνω. Απάνω κόσμος. Αλλά άμα λέμε κόσμος, κόσμος! Βρίσκω ευκαιρία και σε πιάνω από το χέρι. Γρήγορα, λέω μέσα μου, το πας αλλά στη βράση κολλάει το σίδερο. Είναι κι η περίσταση που ευνοεί. Με έσερνες σαν το νήπιο. Σε μια στιγμή κολλάς σε μια παρέα και με πιάνει πανικός. Με πιάνει αμάν αμάν. Η θα με παρατούσες σύξυλο μέσα σε εκείνη τη λαοθάλασσα ή θα με έβαζες στο κόλπο. Εγινε το χειρότερο. Αρχισες να με συστήνεις μες την καλή χαρά λες και με ήξερες χρόνια. Δεν άκουσα κανένα όνομα μόνο το κεφάλι κουνούσα και χαιρετούσα με το χέρι. Φεύγουμε εμείς τώρα, λες ξαφνικά, έχουμε δουλειά. Με σέρνεις προς την Οθωνος που αραίωνε κάπως το πράμα χωρίς να μου αφήσεις το χέρι. Σε σταματάω. Αν δεν είμαι αδιάκριτος που πάμε; Πάμε κάπου να κάτσουμε να μιλήσουμε. Το σχέδιο το έχεις πενταετές και δεν ρωτάς κανέναν; σου πετάω όχι από τσαντήλα αλλά μου είχε κάνει εντύπωση. Ξεσπάς στα γέλια. Εχεις δίκιο! Που θες να πάμε; Πάμε, σου λέω, εκτός. Μα ήθελα να πάω στη συνέλευση. Πάμε τώρα να κάτσουμε κάπου και συνέλευση αύριο. Περίμενα μπουρίνι αλλά ήρθε χαμόγελο! το γνωστό!
Είχα σκεφτεί ένα καφενείο που παίζαμε καμιά φορά στην αρχή για πλάκα και μετά για το μεροκάματο κοντά στην Καπνικαρέα. Αλλά σκέφτηκα όχι. Θα είναι γνωστοί θα μπλέξουμε. Και σε πήγα στη Ρόμβης. Στο τσιπουράδικο. Αφού είσαι τσιπουρού! Και πάλι γέλασες.
Εκεί χαιρέτισες δυο παρέες αλλά έβλεπα αλλού. Προσευχόμουνα να μην πεις να κάτσουμε με άλλους. Επιασε η προσευχή.
Αρχισες κι έλεγες. Έλεγες, έλεγες και σ’ άκουγα μαγεμένος. Ξαφνικά χωρίς να με ρωτήσεις πήρα μικρόφωνο εγώ. Μόλις άκουσες μουσικός σηκώθηκες όρθια. Κάτσε κάτω μωρή! Κι ήταν η πρώτη οικειότητα. Δεν ήταν δοκιμαστικό. Εβγαινε από μέσα μου. Σε είχα! Απέναντί σου έχεις την πιο φάλτσα γυναίκα του πλανήτη, ωραίο ζευγάρι! ξεστόμισες. Εμεινα παγωτό να σε κοιτάω τι ώρα θα το πάρεις πίσω αλλά εσύ βούβα. Το είπες σαν να το υπέγραψες.
Σου αρπάω το χέρι σαν ευκαιρία και το ακουμπάω στο μάγουλό μου. Σηκώνεις το άλλο και μου χαϊδεύεις τα μαλλιά. Αγγελέ μου!
Εδώ εδώ και κάθε μέρα εδώ άκουγα το σύνθημα και εννοούσα εσένα. Εδώ, έλεγα, εδώ.
Ηρθα για σένα κι έμπλεξα! σου είπα μια μέρα. Δεν κακοπερνάς, απάντησες γιατί όλο το απόγευμα με είχες ξεζουμίσει. Σηκωνόμουνα το πρωϊ κι έβλεπα τον ουρανό και νόμιζα ότι είχε φρεσκοπλυθεί. Κι εκείνες τις μέρες έβρεχε πολλές φορές κι έλεγα καλύτερα! θα πλυθεί καλύτερα! Περπατούσα μες τη βροχή μέχρι να έρθει η ώρα να σχολάσεις κι έλεγα είναι δική μου. Θα έρθει. Θα πάμε μαζί.
Δακρυγόνο δεν είχα μυρίσει στη ζωή μου. Σε πορείες είχα πάει παλιά αλλά δακρυγόνο ποτέ. Όταν ήρθες μια μέρα με κάτι φακελάκια και μου λες βάλτα στην τσέπη νόμιζα ότι ήταν προφυλακτικά καινούργια μάρκα. Μπράβο λέω. Απ του ντειτ. Θα το σκίσεις μου λες και το μισό θα πασαλειφτείς στη μούρη και το μισό θα το πιεις. Και τότε κατάλαβα ότι είχα μπει σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό.
15 Ιούνη, το θυμάμαι καλά, βρέθηκα στρωμένος με κάτι άλλους που δεν τους ήξερα να παίζω ένα μπουζούκι δανικό που βρέθηκε, με τη μια χορδή ξεκούρδιστη, που να κουρδίσεις σε κείνο τον πανικό, μπροστά σε μια μικροφωνική πανηγυριού και γύρω να γίνεται Ιράκ. Επαιζα, παίζαμε δηλαδή γιατί κι ο άλλος έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε κι ο άλλος κάτι κρουστά. Κάνω το χέρι μου έτσι στον κιθαρίστα και καταλαβαίνει. Νόμιζα ότι η φωνή μου δεν θα έβγαινε. Χημεία σκέτη η ατμόσφαιρα. Πιάνω το μικρόφωνο με το χέρι και λέω. Παραγγελιά! Αυτή τη λέξη δεν τη λέω στο πάλκο ποτέ! Καμία φορά λέω Επιθυμία. Αλλά παραγγελιά ποτέ! Είχα σκεφτεί να παίξω την Ευδοκία που δεν θέλει φωνή αλλά μου ήρθε φλασιά ένα που εγώ έλεγα ότι ήταν του Χατζηχρήστου κι όλοι οι άλλοι ότι ήταν του Τσιτσάνη. Η Μαρίτσα στο χαρέμι. Πάρε βόλτα κι έλα απόψε στις οχτώμιση μ’ εννιά/ στου Συντάγματος θα μ’ εύρεις καθισμένο στα σκαλιά / ωχ κοπελίτσα μου καλέ Μαρίτσα μου/ θα σε κάνω πριγκηπέσα στο δικό μου τον οντά – το άλλαξα λίγο όπως και μετά: Θα ’σαι πρώτη στο χαρέμι μέσα στις χανούμισσες/ ωχ κοπελίτσα μου καλέ Μαρίτσα μου/ σκλάβες θα σε προσκυνάνε από κάθε μια φυλή / και ματάδες θα ‘χεις χίλιους για σωματοφυλακή. Κάτι κουλτουριαραίοι τους είδα στραβώσανε τα μούτρα τους, κιτσάτο το παληκάρι, θα ‘πανε αλλά κάτι πιτσιρικάδες που ρίχνανε νερό σταματήσανε και μου ρίχνανε παλαμάκια.
Δεν ήρθες! Δεν μ’ άκουσες μου είπες μετά. Που να μ’ ακούσεις… Δεν μπορούσες!
Δεν μπορέσαμε πολλά μετά. Πολλά δεν μπορέσαμε, Πέρναγαν από πάνω μας οι μέρες σαν χιόνια. Η μια μαλακία πίσω από την άλλη με έβρισκε. Μας έβρισκε. Πήρανε το σπίτι της μάνας μου και δεν μπόρεσα να τη βοηθήσω σε τίποτε. Πήγες να μείνεις στην αδελφή σου γιατί δεν έβγαινες. Κάθε μέρα και πιο σκατά. Θα παίξεις στο Σύνταγμα ξανά μου έλεγες κάθε μέρα. Θα παίξεις για τη Νίκη. Βολτάραμε στους δρόμους σαν 16ρικα γιατί δεν υπήρχε ούτε μαντήλι να κλάψουμε.
Εκλαιγες πολλές φορές κρυφά κι ήξερα ότι δεν ήταν από απελπισία αλλά από λύσσα. Την ήξερα τη λύσσα σου. Την ένιωθα απάνω μου όταν παιρνόμασταν. Την έβλεπα στις διαδηλώσεις ΄που σε ακολουθούσα χωρίς κουβέντα. Την έβλεπα στο τσίπουρο που έπινες. Σ’ άφηνα να κλαις. Δεν σε πλησίαζα εκείνες τις ώρες. Ηταν δικές σου. Δεν μπορούσε να σου κάνει κανείς τίποτε. Σηκωνόσουνα μετά και ο ανεμοστρόβιλος καθάριζε τα πάντα. Πιάτα στο νεροχύτη, τηλέφωνα που έπρεπε να γίνουν, εμένα στο κρεβάτι. Όλα στη σειρά. Και μετά στρωνόσουνα και στο λάπτοπ. Οποτε είχες σύνδεση. Σύνδεση με το υπερπέραν την έλεγα. Βλακούλα μου. Οποτε είχε σύνδεση, με το ζόρι σε σήκωνα να κατουρήσεις κι όποτε δεν είχε ποιος είδε το θεό.
Αρχίσαν τα χειρότερα. Θα φύγω σου λέω. Θα πάω έξω! έλα να φύγουμε μαζί. Δεν φεύγω αντιγύριζες. Μια φορά έφυγα και ξαναγύρισα. Τους ξέρω τους αποχωρισμούς δεν φεύγω. Εδώ μαζί με όλους. Θα σπαράξω που θα σ’ αποχωριστώ αλλά δεν φεύγω.
Μη φύγεις μου είπες μια φορά. Μία μόνο. Εδώ είναι ο δρόμος με όλους. Οπου κι αν πας δεν θα λυτρωθείς. Οσα και να βγάλεις. Εφυγα ο μαλάκας. Δεν άντεχα άλλο την ντροπή της άδειας μου της τσέπης. Δεν άντεχα να μην έχεις δεύτερη μπλούζα και να με χαρτζηλικώνεις. Ελιωνα κάθε μέρα σαν το κερί. Νευρίαζα. Τσακωνόμαστε. Μιζέρια.
Δούλεψα. Αλλες φορές καλά άλλες έτσι κι έτσι. Δεν λυτρώθηκα. Δεν μιλούσαμε. Δεν επικοινωνούσαμε. Καμιά φορά διάβαζα κανένα άρθρο σου στο ιντερνετ αλλά κι αυτό το απεύφευγα. Σε καμάρωνα από μακριά! Λιονταρίνα!
Γύρισα με τη νίκη.
Τρεις μέρες μετά αφού η τρίτη στη σειρά κυβέρνηση καθαρμάτων είχε ξεκουμπιστεί κι αυτή με τα ελικόπτερα δεν άντεξα. Δεν άντεξα το χαμόγελό σου να πανηγυρίζει χωρίς εμένα στους δρόμους, τα μάτια σου να με ψάχνουν και να μην με βρίσκουν.
Αρχισε το μεγάλο πανηγύρι του τι θα γίνει. Ανοιγε πια ο δρόμος! Ανοιγε γ' αυτά που ζούσε η ψυχή σου, που μου τάλεγες σαν να τα βλέπεις βίντεο.
Εκεί να δεις κομμένα φώτα και νερό όποτε. Καλά για τηλέφωνα δεν συζητάμε.
Πήγα πρώτα από την αδελφή σου. Εχει φύγει, μου λέει, μένει με την κολλητή της. Πάρε τη διεύθυνση και τα τηλέφωνα και να ξέρεις δουλεύει βράδυ. Βράδυ; Παραξενεύτηκα. Δουλεύει αποκλειστική. Γέλασα, γέλασα τόσο πολύ! Την καλύτερη αναλύτρια συστημάτων της Αθήνας! αυτήν πηδάς μάτια μου έλεγες. Και διάβασμα!! Διάβασμα. Τέσσερις με έξη σηκωνόσουνα και διάβαζες. Σηκωνόμουνα και σου ‘φερνα νερό. Σου ‘φερα νερό, έλεγα, μην κάνεις ότι δεν το βλέπεις. Και ξανάπεφτα. Σε είχα λίγο ακόμη κοντά μου.
Σε είδα. Τα μάτια σου μαύροι κύκλοι και στη μέση ένα γέλιο. Το χαμόγελο. Εκλαψα. Δεν αντέχω άλλο, είπα, μόνο στον κόσμο σου έχω θέση. Κι εγώ στο χρώμα σου, απάντησες. Μόνο στα χρώματά σου ζω. Δεν κατάλαβα τι ήθελες να πεις. Το ένιωσα όμως.
Ξαναρχίσαμε από την αρχή. Μέρα τη μέρα η ζωή γινόταν καλύτερη. Με αργά βήματα αλλά υπήρχε φως στην άκρη. Προς τα κει περπατάγαμε.
Δεν θέλω παιδιά μου είπες μια μέρα, Δεν με νοιάζει σου λέω. Δεν αντέχω, στέρεψα. Θέλω μόνο να πάρω τώρα. Εγώ είμαι εδώ σου είπα.
Ξαναγύρισες στη δουλειά σου. Την πρώτη μέρα σε ετοίμασα σαν πρώτη δημοτικού. Μέχρι κολατσό. Πετούσες. Και δώστου τρεξίματα. Κι εγώ από πίσω σου. Υπασπιστής. Τώρα είναι η ώρα έλεγες. Τώρα!

Θα φύγουμε μαζί αυτή τη φορά! Για ένα μήνα. Μόνο για ένα μήνα. Πάρε άδεια. Γέλασες και είπες. Θα ζητήσω κι αν μου πούνε όχι θα παραιτηθώ. Και θα με ζεις εσύ. Μάζευα απ’ όταν ήμουνα έξω. Λίγο, πολύ. Αυτό το ταξίδι ονειρευόμουνα. Αυτό το ταξίδι. Αυτό που σου είχα τάξει μ’ ένα τραγούδι που δεν άκουσες.
Μετά περισσεύανε. Όταν άρχισα να δουλεύω κανονικά ήταν καλά. Εκανα και μαθήματα. Ξανάρχισα να γράφω μουσική. Εκανα ένα cd και πήγε καλά. Καλλιτεχνική επιτυχία. Μέχρι που το αποφάσισα ή τώρα ή ποτέ!
Ηρθα με τα εισιτήρια και όλο το ταξίδι στην τσέπη οργανωμένο μέχρι κεραίας. Πρώτη φορά οργάνωσα κάτι στη ζωή μου. Τσαπατσούλη μ΄ ανέβαζες τσαπατσούλη με κατέβαζες.

Ανατολία. Δεν έχω πάρει μαζί μου κανένα όργανο. Θα ακούω εσένα και τους ήχους σου, είπα, θα σε μελετήσω με ηρεμία για πρώτη φορά όπως θα μελετήσω και τα ακούσματα εκεί.

Ανατολία. Το δωμάτιο με χαμηλούς οντάδες σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος πριν από 100 χρόνια. Πλουμιστά σκεπάσματα και στενά παράθυρα. Η ζέστη με την πρωϊνή δροσιά μάχονται. Πρώτα από τη μυρωδιά του ξημερώματος και μετά από τα χρώματα που αλλάζουν καταλαβαίνω ότι ο ήλιος σιγά σιγά ψάχνει να βρει το δρόμο του. Κάθομαι απέναντι και κάνω ένα τσιγάρο, Σε παρατηρώ πως κοιμάσαι. Σιωπή. Ούτε πουλιά! Και ξαφνικά ο μουεζίνης με χτυπάει στην καρδιά. Κάλεσμα για πρωινή προσευχή και κάλεσμα στο γιασεμί ν’ αρχίζει να πλημμυρίζει την πλάση. Ηχοι ανατολής, μυρωδιά γιασεμιού. Ξυπνάς. Ανοίγεις τα μάτια σου κι η πρώτη σου δουλειά να με ψάξεις. Δίπλα σου. Στο χώρο. Το μάτι σου τρομαγμένο γίνεται σπίρτο μόλις ακουμπάει απάνω μου. Καθισμένος σου χαμογελάω, Τεντώνεσαι. Ξεκινάει η μέρα με τη ζωή να μου χαμογελάει γενναιόδωρα έχοντας αφήσει εσένα να είσαι δίπλα μου. Είναι όμορφα να ξεκινάει έτσι ο θεός τη μέρα. Αυτό λέει ο μουεζίνης. Καλημέρα άγγελέ μου. Καλώς ήρθες στη ζωή μου για άλλη μια μέρα.

Αίθρα Φλώρου Αύγουστος 2011