Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Mi Βuenos Aires Querido

Προδημοσίευση:
"Mi buenos Aires Querido"
από την ανέκδοτη συλλογή "10 μουσικές"
Αίθρας Φλώρου

Σαν Τέλμο - Η συνοικία των χρωμάτων 
Μου είπαν ότι θα μου βρείτε δολάρια, ακούστηκε μια γλυκιά αλλά λίγο βραχνή φωνή από το τηλέφωνο. Ο καφές είχε εξαφανιστεί εδώ και μέρες, ματέ σε ορισμένα μόνο καφενεία κι αναγκάστηκε να βράσει το ίδιο χτεσινό τσάι. Η πικρή γεύση στο στόμα του δεν τον συνέφερε. Ποια είστε; Είμαι φίλη του Πέδρο, απάντησε η φωνή και τότε θυμήθηκε την συνομιλία του με το συνάδελφό του. Οτι θα του έστελνε μια φωτογράφο μόδας από την Ευρώπη για να την εξυπηρετήσει, ότι είχε μεγάλη υποχρέωση και όλα τα σχετικά.
Πού θέλετε να συναντηθούμε; την ξάφνιασε με το συνηθισμένο απότομο τρόπο του πριν καν ρωτήσει το όνομά της.
Δεν ξέρω καθόλου την πόλη. Μένω στο Ετουάλ … Ξέρω στη Ρεκολέτα, τη διέκοψε. Τα ισπανικά της ήταν άψογα αλλά είχαν μια απροσδιόριστη προφορά. Αραβικη, σλάβικη, δεν την είχε ξανακούσει. Αλλά μπορώ να πάρω ένα ταξί και να έρθω όπου μου πείτε. Οσο γι’ αυτό τα λεφτά μου φθάνουν. Γέλασε αυθόρμητα. Πόσο φαίνεται ότι ήρθατε σήμερα. Χτες ήρθα. Με τί πήγατε στο ξενοδοχείο. Με τη ναβέτα του ξενοδοχείου. Καλώς! μείνετε εκεί και θα έρθω να σας πάρω σε μία ώρα. Στην πόλη δεν κυκλοφορούν ταξί. Στα βενζινάδικα οι ουρές είναι χιλιόμετρα.
Μόλις έκλεισε μετάνιωσε για τη μία ώρα. Αλλά τώρα έγινε! Σκέφτηκε και τα μεσημεριανά του ραντεβού. Ολα θα τα προλάβαινε. Μπήκε στο μπάνιο. Προς μεγάλη του έκπληξη από νωρίς είχε ηλεκτρικό και γκάζι άρα και ζεστό νερό. Δεν σκουπίστηκε, κατά τη συνήθειά του, και φόρεσε τα ρούχα του όπως όπως. Μαύρο παντελόνι, μαύρο τίσερτ, μαύρα εσώρουχα με κόκκινες λεπτομέρειες. Η μόνη υποχώρηση που επέτρεπε στον εαυτό του. Αυτές οι λεπτομέρειες και τα κόκκινα γυαλιά πρεσβυωπίας που είχε μονίμως κρεμασμένα σαν κολιέ ιθαγενή. Ιθαγενής είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αυτή θα με βλέπει τουλάχιστον σαν μαπούτσε. Αν ξέρει κι όλας. Τον νευρίαζαν οι ξανθιές ευρωπαίες που μετά από μισή ώρα στο κρεβάτι ήταν ασύλληπτα πληκτικές. Είχαν περάσει αιώνες που είχε να ζήσει μια τέτοια περιπέτεια. Η θυελλώδης κρίση τα είχε σαρώσει όλα. Τα προϊόντα στα μαγαζιά, τα είδη πρώτης ανάγκης, τις καθημερινές ανέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις φιλίες, τις συνήθειες. Οι προτεραιότητες είχαν αλλάξει. Στηνόσουνα στην ουρά για ένα κιλό ζάχαρη. Ακόμη και φίλοι του διάσημοι γιάπηδες ή μποέμ είχαν βάλει το κεφάλι κάτω και συνωστίζονταν πίσω από κουρελιασμένες γυναίκες για ένα μπιντόνι πετρέλαιο. Στη χώρα του πετρελαίου, σκέφτηκε και γέλασε.
Κατέβηκε τους έξη ορόφους από τη σκάλα διότι το ασανσέρ ήταν κλειδωμένο για το φόβο των διακοπών. Το διπλανό ηλικιωμένο ζευγάρι είχε μετακομίσει για το λόγο αυτό στης κόρης τους.
Ξεπάρκαρε κοιτάζοντας το δείκτη της βενζίνης. Στη μέση. Ρεκολέτα – σπίτι – πόδια, αποφάσισε, και μετά βλέπουμε πως τη μπαρκάρουμε για πίσω. Πέρασε τους στενούς δρόμους και βγήκε στον κεντρικό. Προχωρώντας η εικόνα της πόλης άλλαζε με ψηφιακή τεχνολογία. Οι ζητιάνοι λιγόστευαν, τα σπίτια γινόντουσαν πιο σουλουπωμένα και σιγά σιγά πιο πολυτελή. Μπαίνοντας στη συνοικία των ονείρων άρχισαν να κυκλοφορούν κι αυτοκίνητα. Αυτή η τρομερή αντίθεση! Στάθηκε έξω από το ξενοδοχείο κι άναψε τα αλάρμ. Συνεννοήθηκε με τον πορτιέρη να έχει το νου του. Ενα λεπτό, του έγνεψε με το δάχτυλο. Ενα. Μπήκε κι ανακάλυψε ότι ο κλιματισμός δούλευε κανονικά. Μωρέ μπράβο, ούτε τα χειρουργεία δεν έχουν κλιματισμό αυτόν τον καιρό.
Την είδε αμέσως. Λίγο πιο μεγάλη από νέα, λίγο πιο συμπαθητική απ’ ότι περίμενε. Περίμενε μια ξερακιανή φωτογράφο όπως είχε μάθει τις γυναίκες στο χώρο και αντίκρυσε κάτι εκτός προτύπων. Του χαμογέλασε και του έδωσε το χέρι για να συστηθεί. Φορούσε μαύρο παντελόνι, μπλούζα μαυρόασπρη ριγέ και στην τεράστια τσάντα με το πολύ μακρύ λουρί είχε κρεμασμένο ένα κόκκινο φουλάρι που χαλούσε κάθε χρωματική ισορροπία μέχρι που είδε τις γόβες της. Κόκκινες. Αν θα καταδεχτείτε και μια μικρή ξενάγηση, αυτές οι γόβες θα σας κουράσουν, της πρότεινε, μαθημένος να πηδάει κατευθείαν στο πρόβλημα για να κερδίζει χρόνο. Δεν άντεχε με τίποτε ούτε ο ίδιος ούτε το τεπόζιτό του να τη γυρίσει πίσω υποκύπτοντας στη γυναικεία γρίνια. Η γυναίκα γέλασε με την ευθύτητά του και του είπε αινιγματικά ότι δεν συντρέχει λόγος. Πήρε την τσάντα με τα φωτογραφικά σύνεργα και την κάμερα από το τραπεζάκι και προχώρησαν μαζί προς την πόρτα.
Πείτε μου για τα χρήματα, τη ρώτησε μόλις μπήκε στο αμάξι. Του εξήγησε ακριβώς τί θέλει και συμφώνησαν γρήγορα. Δεν κάνω αυτή τη δουλειά της είπε. Σας διευκολύνω γιατί έτυχε να είμαι από τους λίγους που πληρώνομαι σε δολάρια έναν καλό μισθό κι έχω ανάγκη τα χρήματα στην Ευρώπη. Συμφώνησαν να του βάλει τα χρήματα σε ένα λογαριασμό σε μια ευρωπαϊκή τράπεζα και να της δώσει την άλλη μέρα το πρωϊ αυτό που ήθελε. Μέχρι αύριο θα είστε εντάξει, ρώτησε. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Εχετε πρόγραμμα; Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από εσάς εδώ. Τότε θα μου επιτρέψετε να σας αφιερώσω το λίγο χρόνο που διαθέτω για να σας κάνω μια μικρή βόλτα. Αν και όπως θα ξέρετε η κατάσταση στην πόλη κάθε άλλο παρά αξιοθέατη είναι. Αυτός είναι ο σκοπός μου του απάντησε. Είμαι φωτογράφος μόδας αλλά στην πραγματικότητα φωτογραφίζω σελέμπριτις επί πληρωμή. Το πάθος μου όμως είναι τα πορτρέτα των καθημερινών ανθρώπων. Εδώ αυτό που θα δείτε είναι πολύ σκληρό ακόμη και για τον πιο ανθεκτικό φακό. Υψωσε τους ώμους σε μια χαρακτηριστική κίνηση. Από που είστε τη ρώτησε αυθόρμητα. Είμαι μισή γαλλίδα και μισή ελληνίδα αλλά έχω γεννηθεί στο Βέλγιο. Η μητέρα μου ήταν ελληνίδα μετανάστρια κι ο πατέρας μου καθηγητής εκεί. Τώρα λύθηκε και το μυστήριο της προφοράς. Ελληνικά. Και η μεσογειακή φάτσα. Πιλάρ, της είπε. Δεν με λένε Πιλάρ. Πιλαρ. Εγώ θα σας λέω Πιλάρ από την ηρωϊδα του Χέμινγουέι. Της εξήγησε το στρατήγημά του για τις διαδρομές σε συνδυασμό με την κατάσταση που το επέβαλε.
Γκράφιτι στη συνοικία Σαν Τέλμο 
Εφτασαν κοντά στο σπίτι του και πάρκαραν, Φαινόταν να μην τις κάνει τίποτε εντύπωση. Σαν να έβλεπε ζητιάνους κάθε πρωί, σαν να ζούσε από πάντα σε δρόμους με σπασμένα μαγαζιά, ότι γεννήθηκε βλέποντας χορευτές τάνγκο στους δρόμους. Πως λέγεται η συνοικία, ρώτησε μόνο. Σαν Τέλμο. Ειναι κάτι σαν το Σεν Ζερμαίν στο Παρίσι; Θα έλεγα ότι είναι κάτι μεταξύ Μονμάρτης και Καρτιέ Λατέν. Το ξέρετε το Παρίσι; Οχι καλά αλλά το ξέρω.
Θα περπατήσουμε τώρα της είπε, Θα πάμε μέχρι την Πιάτσα Μαγιό με τα πόδια, είναι έξι τετράγωνα. Ξανακοίταξε με νόημα τις γόβες της και την είδε να βγάζει από την τσάντα που τα χωρούσε όλα ένα ζευγάρι ίσια παπούτσια ιντιέν. Δεν το σχολίασε. Χρόνια με τις γυναίκες είχε μάθει να μην τον εκπλήσσει τίποτε.
Περπάτησαν μέχρι την Πλατεία. Φυσούσε και ξεφυσούσε σαν χρόνια καπνίστρια. Δεν φωτογραφίζετε; τη ρώτησε. Δεν θέλω να σας στερώ το χρόνο. Θα έρθω αύριο μόνη μου. Δείξτε μου το μπαλκόνι που μιλούσε η Εβίτα. Η Εβίτα σκέφτηκε, για όλη την υφήλιο Εβίτα. Η Αργεντινή ζει τη μεγαλύτερη θύελλα στην ιστορία της κι αυτηνής το μυαλό στην Εβιτα. Της έδειξε και περίμενε στωϊκά να βγάλει τη μηχανή να φωτογραφίσει το άδειο μπαλκόνι. Ηλίθια! Αμάν ρε Πέδρο αμάν. Μ’ αρέσει που μου έλεγες ότι είναι η πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα του κόσμου. Ησασταν την ώρα που η κυβέρνηση έφευγε; Είμαι παντού όπου επιβάλλει η δουλειά μου. Δεν είμαι πια ρεπόρτερ δρόμου αλλά εκείνες τις ημέρες ήμασταν όλοι στο δρόμο. Κι ακόμη δηλαδή, καθημερινά έχουμε διαδηλώσεις. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη διαδήλωση σε μια άλλη πλατεία κι έτσι γι’ αυτό εδώ είναι άδεια. Αδεια! ξανασκέφτηκε και κοίταξε την πλατεία με τα μάτια της. Γεμάτη, από ένα πλήθος που πηγαινοερχόταν. Ανθρωποι με μάτια θολά, σκυφτοί οι πιο πολλοί, γυναίκες ντυμένες μεταξωτά κι από κάτω τρύπια παπούτσια και ζητιάνοι, εκατοντάδες ζητιάνοι. Αυτή είναι η Αργεντινή έκανε μια κυκλική κίνηση με το χέρι του.
Πάμε τώρα να σας κεράσω ένα ματέ. Ξέρω, του είπε αυθόρμητα και ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιξε. Στον αγκώνα. Την τράβηξε από κάτι στενά και την πήγε σ’ ένα καφενείο που υπολόγιζε ότι δεν θα της άρεσε αλλά το θεωρούσε το πρώτο αξιοθέατο στην πόλη και άλλωστε ήταν και το καφενείο του. Εδώ σύχναζαν και συχνάζουν όλοι οι αργεντίνοι λογοτέχνες. Κι όχι μόνο, του αντιγύρισε. Ξέρω όλα τα ιερά τέρατα της Λατινικής Αμερικής. Πέρασε με σλάλομ από τα τραπέζια χαιρετώντας γνωστούς κι αγνώστους κατά το συνήθειό του και την έκαστε σε ένα τραπέζι με θέα το δρόμο. Παράγγειλε δυο ματέ και έκλεισε το μάτι στον σερβιτόρο αν υπάρχει τίποτε άλλο. Τίποτε προς το παρόν, του απάντησε, το βράδυ θα έχουμε ουίσκι.
Ξύνισε τη μούρη της με το ματέ και ξαφνικά τον ρώτησε : Σας αρέσει η μουσική; Η ερώτηση τον κλόνισε. Δεν μπορεί παρά να ήταν σύμπτωση. Εχετε διαβάσει Μαρκές; Φυσικά, όλους τους λατινοαμερικάνους αλλά δεν μου απαντήσατε στην ερώτησή μου. Μου αρέσει ο Γαρδέλ, της απάντησε χαμογελώντας αμήχανα.
Ξεκίνησε μια ατελείωτη κουβέντα για τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Η τύπισσα είχε διαβάσει και το τελευταίο άρθρο του τελευταίου μελετητή της λάτιν λογοτεχνίας αφού ήξερε και τα βιβλία τους απ΄ έξω. Ηξερε ακόμη σε ποια καρέκλα καθόταν ο Μπόρχες, σε ποια η μητέρα του και τί χρώμα είχε το μπαστούνι του. Μιλούσε γι’ αυτούς και για τους ήρωές τους σαν να υπήρχαν, σαν να ήταν φίλοι της, οικογένειά της. Αρχισε σιγά σιγά να τον κερδίζει. Οχι τόσο για τις γνώσεις όσο για το ύφος, την αυτοπεποίθηση, τη ζεστασιά που έβγαζε στην κουβέντα της. Κάποια στιγμή της άγγιζε τον ώμο κι η αντίδρασή της ήταν μάλλον γατίσια αλλά πολύ συμπαθητική. Θα φάμε ότι βρούμε της είπε. Η μόνη περίπτωση να φάμε όπως έχετε συνηθίσει είναι να γυρίσουμε στη γειτονιά σας και δεν το έχω καμία διάθεση να ξοδέψω όλη μου τη βενζίνη. Είχα μείνει με την εντύπωση ότι είχατε μεσημεριανά ραντεβού. Θα τα αναβάλω γύρισε το κεφάλι του προς το τηλέφωνο. Θα τα αναβάλω χάριν της περίστασης. Μόνο πρώτα να κάνω ένα δυο τηλέφωνα. Κινητό; Είναι μεγάλη ταλαιπωρία αυτές τις ημέρες.
Σηκώθηκαν και περπάτησαν πάλι προς την πλατεία. Σε μια γωνία μια ηλικιωμένη πουλούσε κάτι πίτες με όσπρια. Αυτό θα φάμε τώρα, και θα σας περιποιηθώ καλύτερα μια άλλη φορά ψευτογέλασε. Εδειχνε αδιάφορη. Παρόλα αυτά έβγαλε τη μηχανή και φωτογράφισε τη γριά. Συνέχισαν τον ποδαρόδρομο συζητώντας. Κάθε βήμα τον κέρδιζε και πιο πολύ. Ουάν ναίτ σταντ σκέφτηκε. Την έπιασε από τους ώμους πιο πολύ για να δει πως θα αντιδράσει παρά για να κάνει το κέφι του και αυτή ανταποκρίθηκε αμέσως. Αλλαξε χέρι την τσάντα για να τον διευκολύνει. Γιατί όχι; Περπάτησαν κι άλλο μέχρι που του είπε διψάω. Τι θα θέλατε; Ουίσκι!. Το μόνο μέρος που μπορεί να βρει κανείς ουίσκι στην Αργεντινή αυτή τη στιγμή είναι το σπίτι μου της χαμογέλασε με ύφος ακονισμένο από χιλιάδες τέτοιου είδους επιθέσεις. Τότε, θα το επισκεπτόμουν ευχαρίστως, εισέπραξε ένα πλατύ χαμόγελο.
Περπάτησαν ως το σπίτι του αργά, σε ρυθμό περιπάτου. Περπατώντας του ζήτησε: Θέλω κι άλλη χάρη. Θέλω να με συστήσετε στον τάδε. Κι είπε το όνομα του πρώτου αντιπροέδρου της χώρας. Θα φωτογραφίσω τη γυναίκα του. Η γυναίκα του, όντως, γνωστή καλλονή και σελέμπριτι αλλά αυτός με τη φήμη μάλλον αδιάφθορου. Ευχαρίστως, της είπε. Τους γνωρίζω. Αλλωστε, είναι μέρος της δουλειάς μου να γνωρίζω το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αντέδρασε με πομπώδη τρόπο.
Εφτασαν κι αναστέναξε στο άκουσμα 6 ορόφων με τα πόδια. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω τους έπεσε επάνω του σαν τίγρης. Σε θέλω από την ώρα που σε είδα, του ψιθύρισε. Καραδοκώ. Κι αυτά ήταν τα μόνα που πρόλαβε να πει γιατί ο έλεγχος χάθηκε κι από τους δύο. Τα πρωϊνά σεντόνια ακόμη ακατάστατα, άρχισαν να μουσκεύονται από τον ιδρώτα μέχρι που αναγκάστηκε να τη ρίξει στο πάτωμα. Τουλάχιστον εδώ έχει πιο δροσιά της είπε. Σηκώθηκε να πιει νερό κι εκείνη αμέσως άναψε τσιγάρο. Την πλησίασε με το μπουκάλι στο χέρι και της έδωσε. Ηπιε άπληστα όπως φιλούσε. Παρατήρησε με έκπληξη ότι αυτές ακριβώς οι άπληστες απότομες κινήσεις αντί να τον απωθούν τον τραβούσαν. Ισως αυτό να εννοούνε μεσογειακή αμεσότητα, ζεστασιά σκέφτηκε.
Γράφιτι από τη συνοικία Σαν Τέλμο 
Της μάζεψε τα ρούχα και τα ακούμπησε σε μια καρέκλα όπως έκανε πάντα με όλες του τις ερωμένες. Μια κίνηση μελετημένη που γοητεύει και την πιο κλειδωμένη γυναίκα. Δεν φάνηκε να δίνει σημασία και είπε ένα ξερό ευχαριστώ. Σε λίγο τον πλησίασε από πίσω. Αρχισε να τον χαϊδεύει σιγά απαλά και μετά τον γύρισε μαλακά και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα. Με κατάφερες πάλι της είπε σπρώχνοντάς την στο κρεβάτι. Αυτή τη φορά την πήρε ήρεμα με χάδια σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Μην ανάψεις τσιγάρο να κοιμηθείς. Θα κοιμηθώ, απάντησε. Τουλάχιστον μισή ώρα. Είμαι και με τζετ λανγκ. Τακτοποίησε μερικά πράγματα που δεν ήταν για τα μάτια της μέσα το σπίτι και την άφησε στη σιέστα της. Εκανε ένα - δυο τηλέφωνα από την κουζίνα και σε καμιά ώρα την ξύπνησε με ένα ποτήρι νερό. Δυστυχώς, της είπε, καφές έξω. Α! και δεν έχει ζεστό νερό. Σήκωσε πάλι τους ώμους με τη χαρακτηριστική κίνηση που είχε πια μάθει καλά. Εκανε ντους με κρύο νερό. Φόρεσε τα ρούχα της χωρίς σχεδόν να σκουπιστεί παρατηρώντας γύρω της. Ένα τόσο πολυτελές διαμέρισμα σε μια τόσο μποέμ γειτονιά. Και τα δύο τον εξέπληξαν χαρούμενα. Βάφτηκε στα γρήγορα και χτενίστηκε. Κοιτάζοντας στον καθρέφτη ανακάλυψε ένα σημάδι από ένα ρουφηχτό φιλί. Ελυσε το φουλάρι από την τσάντα και το έβαλε στο λαιμό της χαμογελώντας. Θα πάμε στο καφέ – Αρτίστ προς το βραδάκι. Εκεί θα είναι αυτός που ψάχνετε με τη γυναίκα του. Α! τέλεια χτύπησε τα χέρια της. Εντωμεταξύ όμως θα σας δείξω τη γειτονιά μου. Καρτιε Λατέν. Βγήκαν και ξεκίνησαν τη βόλτα. Δεν είχε πάρει την κάμερα. Σταματούσε όμως και φωτογράφιζε με τα μάτια. Τους ακροβάτες, τους χορευτές τάνγκο τους ζωγράφους, τη μιζέρια, τα ζευγάρια που φιλιόντουσαν, τα αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα άδεια. Την πήγε μέσα από τα στενά. Που και που το φως πέρναγε μέσα από ανοίγματα και φώτιζε στα σοκάκια. Επειδή είσαι φωτογράφος της είπε και την έπιασε αγκαζέ.
Στο τελευταίο σοκάκι πριν την πλατεία προσπέρασαν ένα ζευγάρι κακοντυμένων γέρων που έπαιζαν ακορντεόν και μια κιθαρόνα. Μετά από τρία - τέσσερα βήματα τον σταμάτησε. Δώσε τους κάτι παρακάλεσε, δώσε τους κάτι. Εγώ δεν έχω ντόπια λεφτά. Φόρεσε τις γόβες σου, της είπε. Τον κοίταξε με απορία και μέσα στη μέση του δρόμου έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις γόβες της. Με απορία συνέχιζε να τον κοιτάζει κι όταν γύρισε και έσκυψε στα γερόντια και κάτι τους είπε. Η μουσική γύρισε από μια μίζερη μελωδία σε ένα γνωστό αργεντίνικο τάνγκο. Γέμισε η πλατεία μουσική. Την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε στο άνοιγμα με επισημότητα όπως τις πριγκήπισσες. Την έσφιξε επάνω του με το άλλο χέρι. Της οδήγησε τα χέρια της όπως τον βόλευαν και μόλις πήραν τη θέση που ήθελε ακούμπησε το δικό του με ένα δάχτυλο στην πλάτη της. Την κράτησε ακίνητη και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα χωρίς να αλλάξει στάση στο σώμα του σκύβοντας μπροστά μόνο το κεφάλι. Σαν τα χείλια τους να ήταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο σώμα. Το φιλί κράτησε όσο να έρθει ο ρυθμός εκεί που τον ήθελε. Και μετά άρχισε να τη χορεύει. Τα βήματά του, ο ρυθμός του ήταν σωστά αλλά το σώμα του είχε μια ακαμψία. Σαν να τον ένοιαζε περισσότερο να την προσέξει, να την οδηγήσει να την προστατεύσει παρά να υπακούσει στο πάθος της μελωδίας. Αυτή τον ακολουθούσε υπάκουα σε κάθε βήμα. Λίγο άχαρα στην αρχή αλλά μετά την πρώτη στροφή λύθηκε και τον εμπιστεύτηκε. Εμπιστεύτηκε τα κοινά τους βήματα. Κι αφημένη σ’ αυτό το κύμα που συνέπαιρνε τον κοιτούσε όποτε επέτρεπε η φιγούρα στα μάτια. Μόνο στα μάτια.
Δεν ξέρω τάνγκο του είπε. Δεν είχα ξαναχορέψει ποτέ. Δεν χρειάζεται της απάντησε και την πήρε από τη μέση. Μ’ αυτή τη γυναίκα σκέφτηκε θα μπορούσα να αλλάξω και τη ζωή μου. Αλλά αυτό είναι ανέφικτο. Αυτή η λέξη του καρφώθηκε. Ανέφικτο.


Το βράδυ που γύρισε σπίτι του ξανακοίταξε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Αποκωδικοποίησε ξανά με μάτι ρόμποκοπ ένα μήνυμα προ εβδομάδας.
Σύνθημα : Γκαμπριελ Γκαρσία Μαρκες – Ο έρωτας στα χρόνια της Χολέρας σελ, 261 «Σας αρέσει η μουσική ;»
Παρασύνθημα : όπου πριν σελ. 262 «Μου αρέσει ο Γαρδέλ» (*) »
Εσβησε το μήνυμα από το αρχείο του κι έκλεισε τον υπολογιστή.

Σε δύο μήνες ο αδιάβλητος αντιπρόεδρος ήταν από τους πρώτους που ανέβηκαν στο ελικόπτερο. Αν παρέμενε θα κατηγορείτο για απιστία.

Σε τέσσερις μήνες έλαβε με το ταχυδρομείο στο γραφείο του στην εφημερίδα ένα πολυτελέστατο φωτογραφικό άλμπουμ με φωτογραφίες από το Μπουένος Αϊρες. Στο εξώφυλλο το άδειο μπαλκόνι της Περόν και ο τίτλος: «Τα άδεια μπαλκόνια της εξουσίας στην Αργεντινή». Μέσα είχε φωτογραφίες από ακροβάτες, χορευτές τάνγκο, ζωγράφους, μιζέρια, ζευγάρια που φιλιόντουσαν, αποστεωμένα παιδιά, μαγαζιά που αντί για ρολά είχαν κιλίμια δίπλα σε άλλα πρώην πολυτελή και όλα αδεια.

Στo εσώφυλλο εκεί που συνήθως είναι η αφιέρωση είχε ένα κίτρινο ποστιτ όπου ήταν γραμμένο με παιδικά ισπανικά   Mi Buenos Aires Querido
_________________
(*) Carlos Gardel,
Ο Κάρλος Γκαρδέλ (11 Δεκεμβρίου 1890 – 24 Ιουνίου 1935. ήταν εξαιρετικά διάσημος τραγουδιστής του τάγκο κατά το διάστημα του μεσοπολέμου. Για πολλούς θαυμαστές του, ο Γκαρδέλ ήταν η προσωποποίηση της ψυχής του τάγκο, ένα μουσικό και χορευτικό είδος που αναπτύχθηκε στις γειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα.

Mi Buenos Aires Querido - Κάρλος Γαρδέλ



Αφιερώνεται σε εκείνον που μου το ενέπνευσε, σε όλους μου τους φίλους του twitter για να χαλαρώσουν πριν από τη μάχη της Κυριακής και ταπεινότατα το καταθέτω ως κόκκο συμβολής στην επέτειο από τα 25 χρόνια από τον θάνατο του Χόρχε Λουί Μπόρχες. 

2 σχόλια:

  1. Αιθρα, απο τα ομορφοτερα κειμενα που εχω διαβασει τον τελευταιο καιρό τουλάχιστον! Με μαγεψες.. συγκινήθηκα, θυμωσα, χαμογελασα ολα μεσα στο ίδιο κείμενο.. εξαιρετική!
    Καλή σου μερα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μακάρι να ζωγράφιζα όπως γράφεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή