Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

όλα είναι κατορθωτά

Νίκος Θέμελης Η αναζήτηση Κέδρος σελ. 271-273

Κι έτσι ένα απόγευμα φθινοπωρινό του 1894, βαρύ συννεφιασμένο, να νιώθεις τον αγέρα να φέρνει τη μυρωδιά της βροχής ψηλά από τον Σίπυλο, έφτασε το τρένο από τη Σμύρνη για τον Κασσαμπά στην κανονική του ώρα.
……..........................................................................................................................................
Με το που βολευτήκαμε όλοι είδαμε αντίκρυ, στο τέλος της αποβάθρας, από το τελευταίο βαγόνι να ‘ρχονται τσούρμο κάποιες καθολικές καλόγριες κι από πίσω τους μουσικοί, κρατώντας βιολιά, πνευστά, βιόλες και βιολοντσέλα. Το τρένο δεν ξεκίνησε. Κατέβασε τους ατμούς του, έγινε ένα μ’ εμάς κι αυτό να περιμένει.
……..........................................................................................................................................
Πήραν όλοι τις θέσεις τους βιαστικά, οι μουσικοί κι οι χορωδοί, οι τελευταίοι προσκεκλημένοι. Μυημένοι κι αμύητοι σιώπησαν όλοι. Σταμάτησαν οι βεντάλιες, τα ροζάρια, τα κομπολόγια όλα, κάποιοι βγάλαν τα φέσια τους, τελευταίος κινήθηκε για μια στιγμή του ρολογιού ο λεπτοδείκτης και μ’ ένα νόημα ξεκίνησε να διευθύνει. Ξεχύθηκαν τότε μεμιάς ποτάμι τα βιολιά και τα πνευστά, γέμισαν οι φωνές το υπόστεγο σ’ όλη την αποβάθρα, βγήκαν μ’ ορμή στα καλντερίμια της Μανησάς, τα γλύκαιναν, τα μαλακώναν κι όλες μαζί άρχισαν ν’ ανεβαίνουνε στους μιναρέδες και τα καμπαναριά ν’ αντιλαλούνε στην κοιλάδα, να φθάνουν το βουνό ψηλά, να παίρνουν μαζί τους τις ψυχές μας, να μαγνητίζουνε τα σύννεφα κι εκείνα όλο να χαμηλώνουν. Και οι κολίγοι να σηκώνουνε τη μέση τους και ν’ αναζητούν μέσα στα σύννεφα να πάρουν την απάντησή τους. Τούρκοι και Ρωμιοί, Αρμένηδες κι Εβραίοι, Καθολικοί, Ορθόδοξοι και Μωαμεθανοί, άνθρωποι του Σουλτάνου, έμποροι, τσιφλικάδες, αλλά και χαμάληδες κι αργόσχολοι από τους γύρω καφενέδες, που ήρθαν σιγά σιγά από περιέργεια και στάθηκαν διακριτικά λίγο πιο πίσω, όλοι μαζί, ακίνητοι, βουβοί, σαν πετρωμένοι, ακούγανε για πρώτη φορά, στα πόδια του Σίπυλου, το τελευταίο μέρος από τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ.
Το κομμάτι δεν κράτησε πολύ. Όταν τελείωσε, ακουγόταν μόνο ο αέρας που κατέβαινε από τον Σίπυλο. Το επανέλαβαν. Το τραγούδησαν τρεις φορές, Ητανε τόσο όμορφο που νόμισα πως κράτησε όσο μια ανάσα. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τον Νίκο, να τον κάνω κοινωνό της ευγνωμοσύνης που ένιωθα απέναντί του. Ορθιος, ακουμπισμένος στον τοίχο του σταθμού, πίσω από την τελευταία σειρά των καθισμένων, άκουγε με τα μάτια σκαλωμένα στο ρολόι που κρεμόταν πάνω απ’ όλους μας. Ενιωσα εκείνες τις στιγμές πως όλα είναι κατορθωτά, πως όλα μπορείς να βρεις τρόπο να τα παντρέψεις …………..   Πως όλα μπορούν να έχουν μια αρχή.  Σχεδόν με του που τελείωσε να παίζει η μικρή εκείνη ορχήστρα, ανοίξανε ο ουρανοί και έπεσε με δύναμη το πρώτο πρωτοβρόχι.
.................................................................................................................................................

Αντίο Νίκο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου